Lale Devri
Παρακαλώ σεβαστείτε την δουλειά μας, και οποιαδήποτε χρήση της, θα ήταν σεβαστό να
αναφερθεί.
Επεισόδιο 54
http://ddizi.com/izle/ 30280/ Lale-Devri-54.-Bolum.htm
(Γ.: Γεσίμ, Τζ.: Τζανσέλ, Τ.: Τοπράκ, Τσιν.: Τσινάρ, Ι.: Ικμπάλ, Σ.: Σερέφ)
Γεσίμ & Τζανσέλ
Γ.: Σε παρακαλώ, μην φεύγεις!
Τζ.: Μη μου το κάνεις αυτό, Γεσίμ.
Γ.: Μη φεύγεις!
Η Γεσίμ στο δωμάτιό της.
Γ.: Για όλα φταις εσύ. Είναι δικό σου λάθος, Τοπράκ. Εσύ φταις. Εσύ φταις.
Ο Σιτκί πήγε στην Τοπράκ. Έχει περάσει ένας χρόνος από το θάνατο της κόρης τους και αγόρασε δύο εισιτήρια για το Urgup για να επισκεφτούν τον τάφο της κόρης τους και οι δύο μαζί. Η Τοπράκ δεν θέλει να πάει μαζί γιατί το χωριό τους της φέρνει άσχημες αναμνήσεις και την πληγώνει. Ο Σιτκί θύμωσε πολύ μαζί της και της θύμισε ότι αυτή κοιμόταν πάνω στον τάφο του παιδιού της και ότι τώρα δεν θέλει ούτε να τον επισκεφτεί για λίγες ώρες. Της είπε ότι η πόλη αυτή την άλλαξε. Την κατηγόρησε ότι ξέχασε την κόρη της και τον πόνο που ένιωσε με το χαμό της. Την χαρακτήρισε απάνθρωπη. Η Τοπράκ του είπε ότι δεν ξέχασε τίποτα. Ο Τσινάρ βλέπει τον Σιτκί να τραβά το χέρι της Τοπράκ, νευριάζει και βγαίνει εκτός ελέγχου. Τον έδειρε και του φώναξε: «Αν σε ξαναδώ κοντά στη γυναίκα μου, θα σε σκοτώσω.»
Μετά τον καυγά.
Ι.: Ηρέμησε, αγόρι μου, ηρέμησε. Τι δουλειά έχει αυτός έξω από το σπίτι μου;
Τσιν.: Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι και εγώ. Τι δουλειά έχει αυτός έξω από το σπίτι μας;
Ι.: Γιε μου, ηρέμησε και μετά θα μιλήσουμε.
Τσιν.: Μαμά, πώς να ηρεμήσω, άσε με. Κοίτα, Τοπράκ δεν θα τον ξαναδείς ποτέ ξανά, εντάξει;
Τ.: Όχι.
Τσιν.: Γιατί έρχεται χωρίς να διστάζει εδώ;
Σ.: Αγόρι μου, ηρέμησε, ξεκουράσου. Θα μιλήσουμε αργότερα!
Τσιν.: Γιατί ήρθε; Τι πρόβλημα έχει; Τι θέλει από σένα;
Τ.: Δεν ήθελε τίποτα. Άρχισες να τον χτυπάς χωρίς να καταλαβαίνεις ή να ακούς τίποτα. Δεν με άφησες καν να σου εξηγήσω, δεν έγινε τίποτα.
Τσιν.: Τίποτα. Αυτός ο άντρας σε κρατούσε από το χέρι και σε τραβούσε. Τι μπορούσα να κάνω; Να στέκομαι έτσι αδιάφορος και να σας βλέπω;
Τ.: Είπα εγώ κάτι τέτοιο;!
Ο κος. Νετζίπ θέλει να χωρίσει την Ζουμρούτ. Πρέπει να το κάνει γιατί τον εκβιάζει η Ικμπάλ. Αν δεν τη χωρίσει, όλοι θα μάθουν την αλήθεια: ότι αυτός ευθύνεται για το θάνατο της Λάλε.
Τ.: Δε θέλει κάτι από μένα. Ήρθε για τη Ναζλί. Έχει περάσει ένας χρόνος από το θάνατο της κόρης μου. Ήθελε να επισκεφτούμε τον τάφο της μαζί.
Τσιν.: Δεν το ήξερα, αν μου έλεγες θα σε πήγαινα εγώ. Δεν είναι υποχρέωσή του πια.
Τ.: Τσινάρ, ήταν η κόρη μας. Δεν έκανε κάτι κακό. Αυτό ήθελα να σου πω.
Τσιν.: Δεν έκανε κάτι κακό; Δεν σε αφήνει ήσυχη.
Τ.: Τσινάρ, μην…..
Τσιν.: Τι; Τι εννοείς, Τσινάρ, μην ….., τι; Αν ξανάρθει, θα δει τι έχει να πάθει. Τοπράκ, αυτός ο άνθρωπος ήθελε να σε σκοτώσει. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα το προσπαθήσει ξανά;!
Τ.: Τσινάρ, ξέρω τον Σιτκί από παιδί. Αν λέει ότι δε θέλει να προκαλέσει πρόβλημα τότε δε θα το κάνει.
Τσιν.: Δε θα έρθει ξανά εδώ, δε θα ξανάρθει. Αυτό είναι το σπίτι μας, γιατί να έρθει εδώ; Εδώ μένουν τα παιδιά μου! Και Τοπράκ, έχω γνωρίσει περισσότερους ανθρώπους από σένα. Αν κοιτάξω κάποιον στα μάτια, μπορώ αμέσως να καταλάβω τι επιδιώκει. Το θέμα τελείωσε. Δε θέλω να ξαναμιλήσω γι’ αυτόν τον άνθρωπο άλλη φορά, εντάξει; Τοπράκ, κοίτα …. φωνάζω γιατί είμαι θυμωμένος με αυτόν τον άντρα, επειδή σε αγαπώ και θέλω να σε προστατέψω. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι δεν θα του ξαναμιλήσεις ποτέ!!
Τ.: Εντάξει, στο υπόσχομαι!!
Τοπράκ και Τσινάρ στην κουζίνα.
Τσιν.: Αγάπη μου; Όταν δε μου μιλάς και είσαι θυμωμένη μαζί μου, πίστεψε με, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου;
Τ.: Δεν είμαι θυμωμένη. Εσύ έγινες έξαλλος χωρίς να με ρωτήσεις κάτι, αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω δεν είσαι νευριασμένος πια.
Τσιν.: Αν με κοιτάξει η γυναίκα μου, όλα θα περάσουν. Έχεις δίκιο, έγινα έξαλλος και έχασα τον έλεγχο. Αν μου υποσχεθείς ότι δε θα του ξαναμιλήσεις τότε εγώ θα σου υποσχεθώ ότι δε θα μαλώσω με κανέναν άλλο. Ναι;
Τ.: Εντάξει.
Τσιν.: Αγάπη μου! Ετοιμάσου, νομίζεις ότι το ξέχασα, έτσι δεν είναι; Σου υποσχέθηκα ότι θα βγαίναμε να γιορτάσουμε την επιτυχία σου στις εξετάσεις και το απολυτήριό σου.
Τ.: Τσινάρ;!
Τσιν.: Τι, Τσινάρ;
Τοπράκ και Τσινάρ (έξω στον κήπο)
Τ. : Σήμερα όταν σε είδα έτσι, φοβήθηκα.
Τσιν.: Αγάπη μου, έχεις δίκιο, το παρατράβηξα, μα τι μπορούσα να κάνω. Σε ότι σε αφορά, χάνω το μυαλό μου, τον έλεγχό μου. Ας αφήσουμε πια αυτόν τον άντρα έξω από τη ζωή μας! Εντάξει;
Τ.: Εντάξει, όπως επιθυμείς!
Τσιν.: Ας φύγουμε. Κυρία Τοπράκ.
Τ.: Μερσί.
Η Γεσίμ θέλει να το παίξει πια σκληρή από δω και πέρα. Αντί να υποφέρει αυτή, θα τους κάνει αυτούς να υποφέρουν και ζητά τη βοήθεια του Σιτκί γι’ αυτό. Το επόμενο πρωί ο Σιτκί πάει στο σπίτι της Γεσίμ. Θα κάνει ότι του πει. Μόνο θέλει να δώσει τα λεφτά που θα πάρει από αυτή τη βρομοδουλειά στη μητέρα του, σε περίπτωση που του συμβεί κάτι.
Τοπράκ και Τσινάρ στο κρεβάτι τους.
Τσιν.: Είναι υπέροχο να ξεκινώ τη μέρα μου δίπλα σου, με ηρεμείς, αγαπημένη μου γυναίκα.
Τ.: Και εσύ με κάνεις ευτυχισμένη, αγάπη μου.
Τσιν: Αλήθεια;!
(Ακούγεται η φωνή της Γεσίμ): Να’ μάστε και εμείς! Καλημέρα!
Τσιν.: Αυτή δεν είναι η φωνή της Γεσίμ;
Τ.: Μακάρι να μπορούσα να πω το αντίθετο, μα είναι η φωνή της.
Τσιν.: Ααα, ο γιος μου είναι εδώ; Τι έγινε;
Η Γεσίμ ήρθε για πρωινό. Ζήτησε συγγνώμη που ήρθε τόσο νωρίς, νόμιζε ότι θα είχαν ήδη ξυπνήσει. Τους είπε ότι ξέχασε ότι θα έβγαιναν το προηγούμενο βράδυ. Μετά συνεχάρη την Τοπράκ για την επιτυχία της να περάσει τις εξετάσεις της. Η Σερέφ είπε ότι για την Τοπράκ τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Η Γεσίμ είπε στην Σερέφ ότι την παρεξήγησε και απλώς ήθελε να συγχαρεί την Τοπράκ.
Ο Νετζίπ και η Ζουμρούτ πονούν και οι δύο, κανείς δεν θέλει τίποτα. Ο Νετζίπ αγαπάει την Ζουμρούτ αλλά πρέπει να την αφήσει.
Ο Τσινάρ πάει στη δουλειά.
Τσιν.: Θα σε δω το απόγευμα.
Τ.: Ήθελα να κάνω κάτι δουλειές (Η Γεσίμ θέλει να μείνει με την Τοπράκ)
Τσιν.: Συγγνώμη, δεν το σκέφτηκα. Νόμιζα ότι θα ήθελες να είναι μαζί ο Τσινάρ Μπερκ και η Λάλε. Εσύ δεν λες ότι θέλεις να βοηθήσεις τη Γεσίμ;
Τ.: Εντάξει, κανένα πρόβλημα. Θα είναι κάτι το διαφορετικό για όλους μας.
Τσιν.: Ομορφιά μου εσύ, θα σε δω το απόγευμα. Αν χρειαστείς κάτι, πάρε με στο τηλέφωνο.
Ο Σιτκί έπεσε στις ρόδες ενός αυτοκινήτου (επίτηδες) χτύπησε και τον πήγαν στο νοσοκομείο (αυτό είναι το σχέδιο που οργάνωσαν με τη Γεσίμ) και κάλεσαν την Τοπράκ. Η Τοπράκ θέλει να πάει σ’ αυτόν και προσπαθεί να πείσει τη μητέρα της. Της θυμίζει ότι ο Σιτκί δε θέλει να προκαλέσει πρόβλημα και ότι την επισκέφτηκε για την κόρη τους. Δεν έχει κανένα στην Πόλη και πρέπει να πάει. Η μητέρα της την προειδοποιεί για τον Τσινάρ.
Ο Τσινάρ πρόκειται να συνεργαστεί με μια αραβική εταιρεία. Αν γίνει αυτή η συνεργασία η εταιρεία του θα μεγαλώσει. Ζητάει τη βοήθεια της Ρεϊχάν και θέλει να αγοράσει πίσω την κλωστοϋφαντουργική εταιρεία που έδωσε στους Τασκιράν. Μιλάει επίσης με τον Νετζίπ. Ο Τσινάρ του λέει ότι δεν μπορεί ακόμη να τον δει σαν πατέρα του αλλά παραδέχεται ότι του λείπει ο θείος του, οι κουβέντες που έκαναν μαζί, οι συμβουλές του. Του εκμυστηρεύεται ότι όταν του συμβαίνει κάτι θέλει να το μοιραστεί μαζί του αλλά δυστυχώς την άλλη στιγμή του έρχεται στο μυαλό του αυτό που του έκρυψε.
Τσινάρ και Νετζίπ στο εστιατόριο
Ν.: Πως πάνε τα πράγματα; Πώς είναι να έχεις δύο παιδιά;
Τσιν.: Υπέροχα αλλά κουραστικά. Χρειάζονται τόσο πολύ αγάπη. Σε κουράζουν τώρα αλλά ίσως αργότερα να είναι καλύτερα.
Ν.: Δεν έχει σημασία αν είναι μικρά ή μεγάλα. Τα παιδιά όσο χρονών και αν είναι έχουν ανάγκη τους γονείς τους. Να χαίρεσαι που ακόμα είναι υπό την προστασία σου. Στο μέλλον όταν θα φύγουν, θα τα σκέφτεσαι πάντα.
Τσιν.: Εννοείς ότι από δω και μπρος θα ανησυχώ και θα φοβάμαι;!
Ν.: Ναι, μα εσύ θα τα καταφέρεις. Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό.
Τσιν.: Το ελπίζω. Ελπίζω να μην αποτύχω.
Ο Νετζίπ λέει στον Τσινάρ ότι θα χωρίσει την Ζουμρούτ. Ο Τσινάρ εκπλήσσεται και ρωτάει το λόγο. Ο Νετζίπ δεν είναι χαρούμενος με αυτή την απόφαση. Του λέει ότι είναι υποχρεωμένος να το κάνει και ότι ο γάμος αυτός ήταν ένα λάθος από την αρχή.
Η Γεσίμ τηλεφωνεί στον Τσινάρ και τον ρωτά αν είχε νέα από την Τοπράκ. Τον ενημερώνει ότι η Τοπράκ έφυγε βιαστικά από το σπίτι μετά από ένα τηλεφώνημα. Ο Τσινάρ της λέει ότι δεν γνωρίζει κάτι και αμέσως παίρνει τη Σερέφ τηλέφωνο. Η Σερέφ του λέει ότι η Τοπράκ έρχεται. Η Σερέφ είναι πανικοβλημένη και θυμωμένη με την κόρη της.
Η Ζουμρούτ και η Ικμπάλ μαλώνουν. Η Ζουμρούτ είναι σίγουρη ότι η Ικμπάλ ευθύνεται για το διαζύγιό της με τον Νετζίπ. Την απειλεί ότι θα το εξακριβώσει και θα πληρώσει πολύ άσχημα.
Η Τοπράκ πληρώνει τα έξοδα του νοσοκομείου, παίρνει τον Σιτκί από το νοσοκομείο, τον πάει σπίτι του, του μαγειρεύει και του δίνει χρήματα.
Η Τοπράκ στο σπίτι, μόλις έχει έρθει.
Τσιν.: Πώς είναι η ασθενής σου;
Τ.: Καλά.
Τσιν.: Ας πάμε, ίσως χρειάζεται κάτι.
Σ.: Περίμενε παιδί μου, περίμενε. Άστη να ξεκουραστεί λίγο, το σπίτι του θείου της είναι μακριά. Η γυναίκα του είναι γερή, δεν έχει κάτι σοβαρό, είμαι σίγουρη. Ούτως ή άλλως έφυγε «η θεία σου» από το νοσοκομείο; «Η θεία σου» είναι καλά, Τοπράκ, δεν είναι;
Τ.: «Η θεία μου»;
Σ.: «Η θεία σου», κόρη μου. Αχ, Θεέ μου, λες και μιλάμε για κάποιον άλλον.
Τσιν.: Είσαι καλά αγάπη μου;
Ι.: Κουράστηκε το κορίτσι, φαίνεται να τάχει χαμένα.
Τσιν.: Ανησυχήσαμε για σένα. Είσαι καλά; Πώς είναι η θεία σου;
Παρακαλώ σεβαστείτε την δουλειά μας, και οποιαδήποτε χρήση της, θα ήταν σεβαστό να
αναφερθεί.
Επεισόδιο 54
http://ddizi.com/izle/
(Γ.: Γεσίμ, Τζ.: Τζανσέλ, Τ.: Τοπράκ, Τσιν.: Τσινάρ, Ι.: Ικμπάλ, Σ.: Σερέφ)
Γεσίμ & Τζανσέλ
Γ.: Σε παρακαλώ, μην φεύγεις!
Τζ.: Μη μου το κάνεις αυτό, Γεσίμ.
Γ.: Μη φεύγεις!
Η Γεσίμ στο δωμάτιό της.
Γ.: Για όλα φταις εσύ. Είναι δικό σου λάθος, Τοπράκ. Εσύ φταις. Εσύ φταις.
Ο Σιτκί πήγε στην Τοπράκ. Έχει περάσει ένας χρόνος από το θάνατο της κόρης τους και αγόρασε δύο εισιτήρια για το Urgup για να επισκεφτούν τον τάφο της κόρης τους και οι δύο μαζί. Η Τοπράκ δεν θέλει να πάει μαζί γιατί το χωριό τους της φέρνει άσχημες αναμνήσεις και την πληγώνει. Ο Σιτκί θύμωσε πολύ μαζί της και της θύμισε ότι αυτή κοιμόταν πάνω στον τάφο του παιδιού της και ότι τώρα δεν θέλει ούτε να τον επισκεφτεί για λίγες ώρες. Της είπε ότι η πόλη αυτή την άλλαξε. Την κατηγόρησε ότι ξέχασε την κόρη της και τον πόνο που ένιωσε με το χαμό της. Την χαρακτήρισε απάνθρωπη. Η Τοπράκ του είπε ότι δεν ξέχασε τίποτα. Ο Τσινάρ βλέπει τον Σιτκί να τραβά το χέρι της Τοπράκ, νευριάζει και βγαίνει εκτός ελέγχου. Τον έδειρε και του φώναξε: «Αν σε ξαναδώ κοντά στη γυναίκα μου, θα σε σκοτώσω.»
Μετά τον καυγά.
Ι.: Ηρέμησε, αγόρι μου, ηρέμησε. Τι δουλειά έχει αυτός έξω από το σπίτι μου;
Τσιν.: Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι και εγώ. Τι δουλειά έχει αυτός έξω από το σπίτι μας;
Ι.: Γιε μου, ηρέμησε και μετά θα μιλήσουμε.
Τσιν.: Μαμά, πώς να ηρεμήσω, άσε με. Κοίτα, Τοπράκ δεν θα τον ξαναδείς ποτέ ξανά, εντάξει;
Τ.: Όχι.
Τσιν.: Γιατί έρχεται χωρίς να διστάζει εδώ;
Σ.: Αγόρι μου, ηρέμησε, ξεκουράσου. Θα μιλήσουμε αργότερα!
Τσιν.: Γιατί ήρθε; Τι πρόβλημα έχει; Τι θέλει από σένα;
Τ.: Δεν ήθελε τίποτα. Άρχισες να τον χτυπάς χωρίς να καταλαβαίνεις ή να ακούς τίποτα. Δεν με άφησες καν να σου εξηγήσω, δεν έγινε τίποτα.
Τσιν.: Τίποτα. Αυτός ο άντρας σε κρατούσε από το χέρι και σε τραβούσε. Τι μπορούσα να κάνω; Να στέκομαι έτσι αδιάφορος και να σας βλέπω;
Τ.: Είπα εγώ κάτι τέτοιο;!
Ο κος. Νετζίπ θέλει να χωρίσει την Ζουμρούτ. Πρέπει να το κάνει γιατί τον εκβιάζει η Ικμπάλ. Αν δεν τη χωρίσει, όλοι θα μάθουν την αλήθεια: ότι αυτός ευθύνεται για το θάνατο της Λάλε.
Τ.: Δε θέλει κάτι από μένα. Ήρθε για τη Ναζλί. Έχει περάσει ένας χρόνος από το θάνατο της κόρης μου. Ήθελε να επισκεφτούμε τον τάφο της μαζί.
Τσιν.: Δεν το ήξερα, αν μου έλεγες θα σε πήγαινα εγώ. Δεν είναι υποχρέωσή του πια.
Τ.: Τσινάρ, ήταν η κόρη μας. Δεν έκανε κάτι κακό. Αυτό ήθελα να σου πω.
Τσιν.: Δεν έκανε κάτι κακό; Δεν σε αφήνει ήσυχη.
Τ.: Τσινάρ, μην…..
Τσιν.: Τι; Τι εννοείς, Τσινάρ, μην ….., τι; Αν ξανάρθει, θα δει τι έχει να πάθει. Τοπράκ, αυτός ο άνθρωπος ήθελε να σε σκοτώσει. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα το προσπαθήσει ξανά;!
Τ.: Τσινάρ, ξέρω τον Σιτκί από παιδί. Αν λέει ότι δε θέλει να προκαλέσει πρόβλημα τότε δε θα το κάνει.
Τσιν.: Δε θα έρθει ξανά εδώ, δε θα ξανάρθει. Αυτό είναι το σπίτι μας, γιατί να έρθει εδώ; Εδώ μένουν τα παιδιά μου! Και Τοπράκ, έχω γνωρίσει περισσότερους ανθρώπους από σένα. Αν κοιτάξω κάποιον στα μάτια, μπορώ αμέσως να καταλάβω τι επιδιώκει. Το θέμα τελείωσε. Δε θέλω να ξαναμιλήσω γι’ αυτόν τον άνθρωπο άλλη φορά, εντάξει; Τοπράκ, κοίτα …. φωνάζω γιατί είμαι θυμωμένος με αυτόν τον άντρα, επειδή σε αγαπώ και θέλω να σε προστατέψω. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι δεν θα του ξαναμιλήσεις ποτέ!!
Τ.: Εντάξει, στο υπόσχομαι!!
Τοπράκ και Τσινάρ στην κουζίνα.
Τσιν.: Αγάπη μου; Όταν δε μου μιλάς και είσαι θυμωμένη μαζί μου, πίστεψε με, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου;
Τ.: Δεν είμαι θυμωμένη. Εσύ έγινες έξαλλος χωρίς να με ρωτήσεις κάτι, αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω δεν είσαι νευριασμένος πια.
Τσιν.: Αν με κοιτάξει η γυναίκα μου, όλα θα περάσουν. Έχεις δίκιο, έγινα έξαλλος και έχασα τον έλεγχο. Αν μου υποσχεθείς ότι δε θα του ξαναμιλήσεις τότε εγώ θα σου υποσχεθώ ότι δε θα μαλώσω με κανέναν άλλο. Ναι;
Τ.: Εντάξει.
Τσιν.: Αγάπη μου! Ετοιμάσου, νομίζεις ότι το ξέχασα, έτσι δεν είναι; Σου υποσχέθηκα ότι θα βγαίναμε να γιορτάσουμε την επιτυχία σου στις εξετάσεις και το απολυτήριό σου.
Τ.: Τσινάρ;!
Τσιν.: Τι, Τσινάρ;
Τοπράκ και Τσινάρ (έξω στον κήπο)
Τ. : Σήμερα όταν σε είδα έτσι, φοβήθηκα.
Τσιν.: Αγάπη μου, έχεις δίκιο, το παρατράβηξα, μα τι μπορούσα να κάνω. Σε ότι σε αφορά, χάνω το μυαλό μου, τον έλεγχό μου. Ας αφήσουμε πια αυτόν τον άντρα έξω από τη ζωή μας! Εντάξει;
Τ.: Εντάξει, όπως επιθυμείς!
Τσιν.: Ας φύγουμε. Κυρία Τοπράκ.
Τ.: Μερσί.
Η Γεσίμ θέλει να το παίξει πια σκληρή από δω και πέρα. Αντί να υποφέρει αυτή, θα τους κάνει αυτούς να υποφέρουν και ζητά τη βοήθεια του Σιτκί γι’ αυτό. Το επόμενο πρωί ο Σιτκί πάει στο σπίτι της Γεσίμ. Θα κάνει ότι του πει. Μόνο θέλει να δώσει τα λεφτά που θα πάρει από αυτή τη βρομοδουλειά στη μητέρα του, σε περίπτωση που του συμβεί κάτι.
Τοπράκ και Τσινάρ στο κρεβάτι τους.
Τσιν.: Είναι υπέροχο να ξεκινώ τη μέρα μου δίπλα σου, με ηρεμείς, αγαπημένη μου γυναίκα.
Τ.: Και εσύ με κάνεις ευτυχισμένη, αγάπη μου.
Τσιν: Αλήθεια;!
(Ακούγεται η φωνή της Γεσίμ): Να’ μάστε και εμείς! Καλημέρα!
Τσιν.: Αυτή δεν είναι η φωνή της Γεσίμ;
Τ.: Μακάρι να μπορούσα να πω το αντίθετο, μα είναι η φωνή της.
Τσιν.: Ααα, ο γιος μου είναι εδώ; Τι έγινε;
Η Γεσίμ ήρθε για πρωινό. Ζήτησε συγγνώμη που ήρθε τόσο νωρίς, νόμιζε ότι θα είχαν ήδη ξυπνήσει. Τους είπε ότι ξέχασε ότι θα έβγαιναν το προηγούμενο βράδυ. Μετά συνεχάρη την Τοπράκ για την επιτυχία της να περάσει τις εξετάσεις της. Η Σερέφ είπε ότι για την Τοπράκ τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Η Γεσίμ είπε στην Σερέφ ότι την παρεξήγησε και απλώς ήθελε να συγχαρεί την Τοπράκ.
Ο Νετζίπ και η Ζουμρούτ πονούν και οι δύο, κανείς δεν θέλει τίποτα. Ο Νετζίπ αγαπάει την Ζουμρούτ αλλά πρέπει να την αφήσει.
Ο Τσινάρ πάει στη δουλειά.
Τσιν.: Θα σε δω το απόγευμα.
Τ.: Ήθελα να κάνω κάτι δουλειές (Η Γεσίμ θέλει να μείνει με την Τοπράκ)
Τσιν.: Συγγνώμη, δεν το σκέφτηκα. Νόμιζα ότι θα ήθελες να είναι μαζί ο Τσινάρ Μπερκ και η Λάλε. Εσύ δεν λες ότι θέλεις να βοηθήσεις τη Γεσίμ;
Τ.: Εντάξει, κανένα πρόβλημα. Θα είναι κάτι το διαφορετικό για όλους μας.
Τσιν.: Ομορφιά μου εσύ, θα σε δω το απόγευμα. Αν χρειαστείς κάτι, πάρε με στο τηλέφωνο.
Ο Σιτκί έπεσε στις ρόδες ενός αυτοκινήτου (επίτηδες) χτύπησε και τον πήγαν στο νοσοκομείο (αυτό είναι το σχέδιο που οργάνωσαν με τη Γεσίμ) και κάλεσαν την Τοπράκ. Η Τοπράκ θέλει να πάει σ’ αυτόν και προσπαθεί να πείσει τη μητέρα της. Της θυμίζει ότι ο Σιτκί δε θέλει να προκαλέσει πρόβλημα και ότι την επισκέφτηκε για την κόρη τους. Δεν έχει κανένα στην Πόλη και πρέπει να πάει. Η μητέρα της την προειδοποιεί για τον Τσινάρ.
Ο Τσινάρ πρόκειται να συνεργαστεί με μια αραβική εταιρεία. Αν γίνει αυτή η συνεργασία η εταιρεία του θα μεγαλώσει. Ζητάει τη βοήθεια της Ρεϊχάν και θέλει να αγοράσει πίσω την κλωστοϋφαντουργική εταιρεία που έδωσε στους Τασκιράν. Μιλάει επίσης με τον Νετζίπ. Ο Τσινάρ του λέει ότι δεν μπορεί ακόμη να τον δει σαν πατέρα του αλλά παραδέχεται ότι του λείπει ο θείος του, οι κουβέντες που έκαναν μαζί, οι συμβουλές του. Του εκμυστηρεύεται ότι όταν του συμβαίνει κάτι θέλει να το μοιραστεί μαζί του αλλά δυστυχώς την άλλη στιγμή του έρχεται στο μυαλό του αυτό που του έκρυψε.
Τσινάρ και Νετζίπ στο εστιατόριο
Ν.: Πως πάνε τα πράγματα; Πώς είναι να έχεις δύο παιδιά;
Τσιν.: Υπέροχα αλλά κουραστικά. Χρειάζονται τόσο πολύ αγάπη. Σε κουράζουν τώρα αλλά ίσως αργότερα να είναι καλύτερα.
Ν.: Δεν έχει σημασία αν είναι μικρά ή μεγάλα. Τα παιδιά όσο χρονών και αν είναι έχουν ανάγκη τους γονείς τους. Να χαίρεσαι που ακόμα είναι υπό την προστασία σου. Στο μέλλον όταν θα φύγουν, θα τα σκέφτεσαι πάντα.
Τσιν.: Εννοείς ότι από δω και μπρος θα ανησυχώ και θα φοβάμαι;!
Ν.: Ναι, μα εσύ θα τα καταφέρεις. Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό.
Τσιν.: Το ελπίζω. Ελπίζω να μην αποτύχω.
Ο Νετζίπ λέει στον Τσινάρ ότι θα χωρίσει την Ζουμρούτ. Ο Τσινάρ εκπλήσσεται και ρωτάει το λόγο. Ο Νετζίπ δεν είναι χαρούμενος με αυτή την απόφαση. Του λέει ότι είναι υποχρεωμένος να το κάνει και ότι ο γάμος αυτός ήταν ένα λάθος από την αρχή.
Η Γεσίμ τηλεφωνεί στον Τσινάρ και τον ρωτά αν είχε νέα από την Τοπράκ. Τον ενημερώνει ότι η Τοπράκ έφυγε βιαστικά από το σπίτι μετά από ένα τηλεφώνημα. Ο Τσινάρ της λέει ότι δεν γνωρίζει κάτι και αμέσως παίρνει τη Σερέφ τηλέφωνο. Η Σερέφ του λέει ότι η Τοπράκ έρχεται. Η Σερέφ είναι πανικοβλημένη και θυμωμένη με την κόρη της.
Η Ζουμρούτ και η Ικμπάλ μαλώνουν. Η Ζουμρούτ είναι σίγουρη ότι η Ικμπάλ ευθύνεται για το διαζύγιό της με τον Νετζίπ. Την απειλεί ότι θα το εξακριβώσει και θα πληρώσει πολύ άσχημα.
Η Τοπράκ πληρώνει τα έξοδα του νοσοκομείου, παίρνει τον Σιτκί από το νοσοκομείο, τον πάει σπίτι του, του μαγειρεύει και του δίνει χρήματα.
Η Τοπράκ στο σπίτι, μόλις έχει έρθει.
Τσιν.: Πώς είναι η ασθενής σου;
Τ.: Καλά.
Τσιν.: Ας πάμε, ίσως χρειάζεται κάτι.
Σ.: Περίμενε παιδί μου, περίμενε. Άστη να ξεκουραστεί λίγο, το σπίτι του θείου της είναι μακριά. Η γυναίκα του είναι γερή, δεν έχει κάτι σοβαρό, είμαι σίγουρη. Ούτως ή άλλως έφυγε «η θεία σου» από το νοσοκομείο; «Η θεία σου» είναι καλά, Τοπράκ, δεν είναι;
Τ.: «Η θεία μου»;
Σ.: «Η θεία σου», κόρη μου. Αχ, Θεέ μου, λες και μιλάμε για κάποιον άλλον.
Τσιν.: Είσαι καλά αγάπη μου;
Ι.: Κουράστηκε το κορίτσι, φαίνεται να τάχει χαμένα.
Τσιν.: Ανησυχήσαμε για σένα. Είσαι καλά; Πώς είναι η θεία σου;
Δημοσίευση σχολίου