Lale Devri
Παρακαλώ σεβαστείτε την δουλειά μας, και οποιαδήποτε χρήση της, θα ήταν σεβαστό να αναφερθεί.
Επεισόδιο 65
http://ddizi.com/izle/ 31548/ Lale-Devri-65.-Bolum.htm
Η Τοπράκ συμφωνεί με την κατάθεση του Σιτκί και αποφυλακίζεται. Όμως δεν έχει που να πάει. Η Νερμίν προτείνει στην Τοπράκ να πάει να μείνει στο σπίτι της. Η Γεσίμ θέλοντας να δικαιολογήσει την βραδινή απουσία της (έμεινε κλεισμένη στο σπίτι του Σιτκί) λέει στον Νετζίπ ότι ο αδελφός ο Κερέμ ήταν άρρωστος και έμεινε μαζί του όλο το βράδυ στο νοσοκομείο. Ο Νετζίπ την υποπτεύεται. Παίρνει τηλέφωνο τη Ζουμρούτ, η οποία δεν ξέρει τίποτα για όλα αυτά. Η απάντησή της εκπλήσσει τη Γεσίμ. Η Τοπράκ γνωρίζει τον Αχμέτ και την Ασλί στο σπίτι της Νερμίν. Ενώ η Τοπράκ προσπαθεί να συνηθίσει την καινούργια της ζωή, ο Τσινάρ προσπαθεί να την βρει. Η Γεσίμ υπόσχεται στον Σιτκί ότι θα του αγοράσει ένα σπίτι και εκείνος της δίνει 2 μέρες διορία για να βρει τα χρήματα και να του το αγοράσει. Η Γεσίμ δεν μπορεί να βρει όλα τα χρήματα που χρειάζονται. Ο χρόνος γίνεται θηλιά στο λαιμό της. Όμως σκέφτεται μια καταπληκτική ιδέα η οποία ικανοποιεί και τον Σιτκί. Μόνο μια μέρα έμεινε μέχρι την επισημοποίηση του διαζυγίου και ο Οκάν αποφασίζει να βοηθήσει τον Τσινάρ να δει την Τοπράκ πριν το δικαστήριο. Είναι η τελευταία για την Τοπράκ και τον Τσινάρ να σώσουν το γάμο τους… η μέρα της δίκης έφτασε.
Η αρχή του 65ου επεισοδίου.
Στο δικαστήριο.
Δικ.: Παιδί μου, το δηλώσατε στην κατάθεσή σας ότι πήγε να σας βιάσει και τον μαχαιρώσατε για να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας. Τώρα τον ακούσατε. Γιατί αλλάζετε την κατάθεσή σας;
Τ.: Φοβήθηκα τότε. Δεν μπορούσα να το πω.
Δικ.: Μόνο επειδή φοβηθήκατε παρουσιάσατε τον εαυτό σας σαν εγκληματία; Κόρη μου, υπάρχει κάτι άλλο που σας φοβίζει ή θέτει τη ζωή σας σε κίνδυνο;
Τ.: Όχι, δεν υπάρχει τίποτα. Σας είπα ότι η κατάθεση του Σιτκί είναι αληθινή.
Τσιν.: Τι εννοείς η κατάθεσή του είναι αληθινή;! Τι λες, Τοπράκ! Κύριε, αυτός ο άνθρωπος είναι ψεύτης, λέει ψέματα.
Σ.: Μα για το όνομα του Θεού, έχω ορκιστεί, αυτά που λέω είναι αλήθεια.
Ο Τσινάρ δείχνοντας τον Σιτκί: Εσύ να κλείσεις το στόμα σου!
Δικ.: Στην πραγματικότητα εσείς πρέπει να σταματήσετε να μιλάτε. Εδώ είναι δικαστήριο και δεν μπορείτε με αυτό τον τρόπο! Ποιος είστε;
Τσιν.: Κοιτάξτε, κύριε, είμαι ο σύζυγος της!
Δικ.: Αυτό σημαίνει ότι είστε μόνο παρατηρητής. Καθίστε όπως αρμόζει αλλιώς θα αναγκαστώ να σας πω να φύγετε.
Ο Νετζίπ και ο Hamze συζητούν για την σχέση της Ζουμρούτ με τον Αλί. Ο Hamze του λέει ότι τους βρήκε πολύ κοντά τον έναν στον άλλο, κάτι που δείχνει ότι η σχέση τους είναι περισσότερο από φιλική.
Ν.: Τι σε κάνει να πιστεύεις κάτι τέτοιο; Τι είδες;
H.: Οι κουβέντες είναι παραπάνω από φιλικές.
Ν.: Ελπίζω να μην κάνεις λάθος
Η.: Όχι, κύριε, αν ήταν αλλιώς δεν θα ερχόμουν να σας ενημερώσω. Κύριε, κύριε είστε καλά; Βοήθεια, βοήθεια ο κύριος Νετζίπ λιποθύμησε.
Ι.: Ωω, Necip bey, τι συνέβη; Αα, Necip bey.
Ν.: Είμαι καλά Ikbal hanim, μην πανικοβάλλεστε.Είμαι εντάξει!
Ι.: Τι συνέβη εδώ;
Η.: Τίποτα δεν συνέβη. Μιλούσαμε και αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία.
Πίσω στο δικαστήριο ο δικαστής αφήνει ελεύθερη την Τοπράκ.
Ο.: Τοπράκ, πρέπει να επιστρέψεις στη φυλακή μέχρι να τελειώσουν τα διαδικαστικά.
Τσιν.: Τοπράκ, Τοπράκ! Τοπράκ, τι νομίζεις πως κάνεις; Εε; Αυτός λέει ψέματα και το ξέρουμε και οι δύο μας! Γιατί συμφώνησες με την κατάθεσή του; Τοπράκ, απάντησέ μου; Γιατί δε μιλάς;
Ο.: Τσινάρ, άστην. Άστην να ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε.
Τσιν.: Γιατί; Εσύ της έδωσες αυτή τη συμβουλή;
Ο.: Αυτό δε θέλω να το συζητήσω μαζί σου! Εντάξει! Δε μπορώ να κάνω κάτι. Αυτό είπε η Τοπράκ.
Δημοσιογράφοι: Κυρία Τοπράκ; Κυρία Τοπράκ; Τι συνέβη;
Ο.: Θα σας δώσω πληροφορίες για την υπόθεση λίγο αργότερα, σας παρακαλώ!
Ο Τσινάρ μιλάει στο τηλέφωνο με τον Μεχμέτ. Ψάχνουν τη Γεσίμ, η οποία έχει μείνει κλεισμένη στο σπίτι του Σιτκί.
Τσιν.: Τι έγινε, Μεχμέτ; Βρήκες τη Γεσίμ;
Δημ.: Κύριε Τσινάρ, τι έγινε;
Τσιν.: Θα σε πάρω αργότερα, Μεχμέτ.
Ο.: Είσαι εντάξει, Τοπράκ; Θα ήταν καλύτερα να γνώριζα την απόφασή σου πριν την έκβαση της δίκης. Θα ήταν καλύτερα και για τους δύο μας. Με εξέπληξες αλλά πήρες τη σωστή απόφαση.
Τ.: Δεν ξέρω πια τι είναι σωστό και τι λάθος.
Σ.: Τοπράκ, εύχομαι να συνέλθεις από την περιπέτειά σου σύντομα. Όμως κρίμα, εγώ έδωσα τέτοιο αγώνα μέσα στο δικαστήριο για σένα και εσύ δε μου έριξες ούτε μια ματιά.
Τ.: Ο Θεός να σε τιμωρήσει!
Σ.: Ξέρω δεν πέρασες καλά στη φυλακή. Το καταλαβαίνω, τα έχω περάσει και εγώ αυτά, θα μιλήσουμε αργότερα.
Τ.: Αργότερα;! Δεν υπάρχει αργότερα. Από εδώ και στο εξής για μένα είσαι νεκρός, να το ξέρεις!
Σ.: Δεν είσαι καθόλου σωστή….
Τσιν.: (στο τηλέφωνο) Ναι!!
Μεχ.: Οι δημοσιογράφοι, εε;
Τσιν.: Ναι, μη τα ρωτάς. Με έχει πιάσει το κεφάλι μου. Τι έκανες; Βρήκες τη Γεσίμ;
Μεχ.: Έψαξα παντού, όπου μπορούσα να σκεφτώ ότι θα βρισκόταν. Εκτός από την κυρία Ζουμρούτ πήγα παντού. Την τελευταία φορά την είδαν στο γυμναστήριο και μετά από εκεί κανείς δεν την ξαναείδε. Κανείς δεν ξέρει.
Τσιν.: Ωχ, Θεέ μου, αν ήταν η προηγούμενη Γεσίμ δεν θα ανησυχούσα τόσο πολύ μα μετά τη γέννηση του παιδιού δεν έχει συμπεριφερθεί με τέτοια επιπολαιότητα γιαυτό ανησυχώ.
Μεχ.: Εντάξει, θα συνεχίσω να ψάχνω. Αν έχω κάτι νεώτερο, θα σε ενημερώσω αμέσως!
Τσιν.: Εντάξει, σ’ ευχαριστώ.
Ο.: Θα σε πάρω αργότερα, εντάξει;
Τσιν.: Που πάνε την Τοπράκ;
Ο.: Στη φυλακή.
Τσιν.: Δεν θα βγει σήμερα από εκεί;
Ο.: Ναι, αν τα διαδικαστικά της αποφυλάκισης τελειώσουν γρήγορα.
Τσιν.: Γιατί το κάνεις αυτό;
Ο.: Πρέπει να φύγω, Τσινάρ.
(Στο σπίτι του Σιτκί)
Γ.: Σιτκί!
Σ.: Ποιος;
Γ.: Αχ, Σιτκί. Εγώ είμαι. Εγώ είμαι!!
Σ.: Τι κάνεις εσύ εδώ;
Γ.: Μην τα ρωτάς. Είμαι εδώ από εχθές. Η πόρτα κόλλησε και δεν μπορούσα να βγω. Ευτυχώς που επέστρεψες.
Σ.: Νόμιζα ότι μπήκε κλέφτης στο σπίτι μου όταν είδα το σπασμένο παράθυρο.
Γ.: Ο Τσινάρ ήρθε εδώ.
(Στη φυλακή)
Ρωτούν οι συγκρατούμενες της την Τοπράκ: Τοπράκ, τι συνέβη; Τι έχεις Τοπράκ;
Αρζού: Εσείς ανησυχείτε για αυτή και εκείνη δε θα δίνει καμία σημασία.
Χοκά: Αρζού, σταμάτα! Μη το παρατραβάς! Δεν κάνει! Βλέπεις είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είναι φανερό ότι δεν αισθάνεται καλά. Αφήστε την να συνέλθει και θα μας πει τι έγινε!
Η Χοκά απευθύνεται στην Τοπράκ: Ξέρω ότι είναι δύσκολο. Ξέρω τώρα λες γιατί το έκανα αυτό, που είναι η αλήθεια, που είναι η δικαιοσύνη και η εμπιστοσύνη. Τώρα είναι όλα μέσα σου, στο σωστό μέρος μα μερικές φορές πρέπει να αφήνουμε στην άκρη την περηφάνια μας και την αξιοπρέπεια μας, ειδικά όταν υπάρχει ένα μωρό. Μην αισθάνεσαι ένοχη, να είσαι σίγουρη ότι έκανες το σωστό και το καλύτερο. Τοπράκ, σε αυτή τη ζωή η μόνη σου ευθύνη είσαστε εσύ και το παιδί σου. Άσε τους άλλους ήσυχους! Εντάξει, γλυκιά μου;
Τσιν.: Θα ήθελα να μιλήσω στον κύριο Τζανσέλ! Έχει πάει στο Αφγανιστάν; Για διακοπές; Όχι, για μείνει εκεί. Δεν ξέρετε πότε θα επιστρέψει; Εντάξει, εκτιμούμε αυτά που έκανε για εμάς. Ευχαριστώ. Που να βρίσκεσαι, Γεσίμ;
(Τοπράκ & Χοκά στη φυλακή)
Χ.: Τοπράκ, δεν ετοίμασες τα πράγματά σου ακόμα; Αν έρθει η Ζεχρά και δει ότι δεν είσαι έτοιμη, θα σου τα ψάλει.
Τ.: Ας κάνει ότι θέλει. Εγώ δεν βιάζομαι.
Χ.: Μην το λες αυτό. Δόξα τω Θεώ που φεύγεις από αυτό το μέρος.
Τ.: Ναι, δόξα τω Θεώ γι΄αυτό όταν φύγω από εδώ δεν έχω που να πάω και δεν έχω κανέναν σ’ αυτή την πόλη.
Χ.: Τότε τι θα κάνεις;
Τ.: Δεν ξέρω. Αφού είμαι έγκυος δεν μπορώ να πάω στο Urgup. Εννοώ ακόμα και αν η μητέρα μου δεν πει τίποτα στον Τσινάρ ο πατέρας μου θα το κάνει σίγουρα. Δεν ξέρω τι να κάνω;!
Χ.: Στ’ αλήθεια έχεις! Θα σου πω εγώ ένα μέρος να πας. Αν φυσικά το δεχθείς!
Τ.: Που;
Χ.: Έχω μια κόρη σαν και σένα, αν πας εκεί θα της πεις τα νέα μου και θα μείνεις μαζί της να την φροντίζεις μέχρι να αποφυλακιστώ και εγώ. Θα βγω σε 3 εβδομάδες και τότε θα δούμε τι θα γίνει από εκεί και πέρα. Τι λες;
(Πίσω στο σπίτι του Σιτκί)
Σ.: Αγόρασα αυτό το ψωμί για μένα, αλλά μιας και πεινάς, θα το μοιραστούμε;
Γ.: Όχι, άσε με να κόψω μόνη μου. Εγώ δεν τρώω πολύ. Αυτό είναι αρκετό για μένα.
Σ.: Εντάξει, όπως επιθυμείς. Γιατί προσπαθείς να το κόψεις με μαχαίρι, κόφτο με το χέρι σου. Ώστε κλειδώθηκες όλο το βράδυ εδώ, χα,χα! Αυτό ήταν καλό, γιατί έτσι είδες σε τι συνθήκες ζω και θα επισπεύσεις τις διαδικασίες για την αγορά ενός σπιτιού για μένα.
Γ.: Μου έλεγες τι συνέβη στο δικαστήριο, για συνέχισε.
Σ.: Είπε ότι ό,τι κατέθεσε ο Σιτκί είναι η αλήθεια. Έτσι λοιπόν ξέφυγε από τη φυλακή.
Γ.: Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι συμφώνησε με την κατάθεσή σου.
Σ.: Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει το μυαλό μιας γυναίκας. Ίσως βαρέθηκε τον Τσινάρ και θέλει να γυρίσει κοντά μου.
Γ.: Αυτό είναι αδύνατον. Ο Τσινάρ τι έκανε;
Σ.: Δεν μπορώ να σου το περιγράψω με λόγια. Έπρεπε να ήσουν εκεί και να τον έβλεπες. Το πρόσωπο του ήταν παραμορφωμένο. Είσαι σίγουρη ότι σου φθάνει το ψωμί; Δε θέλεις άλλο; Γιατί θέλω να φάω αυτό που απέμεινε.
Γ.: Ναι, ναι αυτό ήταν αρκετό για μένα. Είμαι έτοιμη να φύγω κιόλας. … Πες μου τι έγινε στο δικαστήριο, για λέγε.
Σ.: Μετά από αυτό σηκώθηκε όρθιος, φώναζε ότι όλα ήταν ψέματα, μπλα, μπλα, μπλα. Ο δικαστής του είπε να σταματήσει και αυτός ηρέμησε.
Γ.: Αυτό είναι καλό για τον Τσινάρ. Τώρα θα σταματήσει να την κυνηγάει.
Σ.: Έτσι νομίζεις, αλλά μετά το τέλος της δίκης την ακολούθησε (χρησιμοποιεί μια παρομοίωση) όπως τα μικρά παπάκια ακολουθούν τη μητέρα τους. Όμως δεν του έδωσε καμία σημασία, ούτε καν τον κοίταξε.
(Πίσω στη φυλακή)
Χ.: Σου έγραψα τη διεύθυνση. Το ζαχαροπλαστείο είναι δίπλα στο σπίτι. Ο Αχμέτ θα είναι στο μαγαζί. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα. Αν δεν ήταν πρέπον δε θα σου το πρότεινα. Μάζεψε τα πράγματά σου πριν να έρθει η Ζεχρά και κάνει φασαρία.
Τ.: Abla, ξέρω ότι θέλεις να με βοηθήσεις, μα μόνη σου είπες ότι η κόρη σου μένει μαζί με το θείο της. Δεν θέλω να τους ενοχλήσω.
Χ.: Εντάξει, κατάλαβα το πρόβλημά σου! Αν δεν αισθάνεσαι άνετα να μείνεις στο σπίτι θα πω στον Αχμέτ να σου παραχωρήσει ένα χώρο στο μαγαζί. Θα τα καταφέρετε μέχρι να έρθω.
Ζεχρά: Κυρία Τοπράκ, ετοιμάσατε τα πράγματά σας; Ο διευθυντής υπογράφει την αποφυλάκισή σου, βιάσου.
(Πίσω στο σπίτι του Σιτκί)
Γ.: Σιτκί σε ευχαριστώ για το ψωμί. Θα σε δω αργότερα.
Σ.: Ένα λεπτό, ένα λεπτό. Που πας; Δεν λύσαμε το θέμα του σπιτιού ακόμα.
Γ.: Θα το λύσουμε. Πέρασα όλο το βράδυ εδώ σ’ αυτό το σπίτι, χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα. Άσε να ξεπεράσω το σοκ και θα το λύσω. Μη με τρελαίνεις!!
Σ.: Μένω κάθε βράδυ σ’ αυτό το αχούρι, αρκετά! Για τ’ όνομα του Θεού. Δεν αντέχω άλλο.
Γ.: Εντάξει, Σιτκί. Κοίτα χθες επικοινώνησα με τη μεσίτρια, μα δεν τη βρήκα. Θα την πάρω σήμερα. Θα το λύσουμε το θέμα, εντάξει;
Σ.: Αν πας να με ξεγελάσεις, θα μου το πληρώσεις. Εγώ για σένα ρίσκαρα τη ζωή μου. Μπλέχτηκα σε ένα άσχημο παιχνίδι. Κοίτα υπάρχει και απόδειξη γιαυτό (δείχνει τον τραυματισμό του). Κάποιος με μαχαίρωσε, ήμουν σε κώμα για μερικές μέρες χωρίς να ξέρω τι θα απογίνω.
Γ.: Εντάξει, έχεις δίκιο. Το θέμα έκλεισε.
Σ.: Άκου, αν κρατήσεις την υπόσχεσή σου, όλα θα πάνε καλά. Διαφορετικά μην περιμένεις τίποτα καλό από μένα.
Γ.: Κοίτα, αυτού του είδους οι δουλειές δεν είναι τόσο εύκολες όσο νομίζεις. Στο τέλος όμως θα σου αγοράσω το σπίτι που σου υποσχέθηκα.
Σ.: Πως γίνεται όταν εσύ μου ζητάς κάτι να γίνεται αμέσως και τώρα είναι δύσκολο. Κοίτα, έχεις 2 μέρες διορία για να μου αγοράσεις το σπίτι αλλιώς θα πω την αλήθεια στον Τσινάρ.
Γ.: Εντάξει, καλέ μου, μην εκνευρίζεσαι. Θα το τακτοποιήσω το ζήτημα.
(Η συζήτηση της Τοπράκ και του Τσινάρ κατά την έξοδο της από τη φυλακή)
Τσιν.: Τοπράκ, ελπίζω να συνέλθεις σύντομα. Τοπράκ που πας; Ήρθα να σε πάρω να πάμε σπίτι μας.
Τ.: Δεν υπάρχει πια «σπίτι μας», Τσινάρ.
Τσιν.: Υπάρχει, Τοπράκ. Το ξέρω ότι είσαι θυμωμένη και τσαντισμένη μαζί μου, και γι’ αυτό τα κάνεις όλα αυτά. Μα και εγώ ήμουν τσαντισμένος μαζί σου Τοπράκ. Κανείς δε σκέφτηκε λογικά. Στεναχωρήσαμε και τιμωρήσαμε ο ένας τον άλλο χωρίς καν να συζητήσουμε μεταξύ μας. Μα δε θέλω να συνεχίσω άλλο έτσι! Είμαι σίγουρος ότι δε συνέβη τίποτα μεταξύ σας.
Τ.: Τι έγινε; Πως και άλλαξες γνώμη;
Τσιν.: Τοπράκ, σε παρακαλώ. Ας γυρίσουμε σπίτι μας. Αν το επιθυμείς και εσύ μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή.
Τ.: Τσινάρ, δεν έχω σπίτι μαζί σου. Δε με πίστεψες. Αν με πίστευες θα ήξερες ότι η Γεσίμ τα έκανε όλα αυτά και δε θα άφηνες το σπίτι σου για να μείνεις σε ένα καινούργιο σπίτι μαζί της. Και έστω ότι συμφωνούσα, θα με έπαιρνες και εμένα και θα μέναμε όλοι μαζί σε εκείνο το σπίτι. Αυτό το μέρος θα ήταν το «σπίτι μας»;
Ο Τσινάρ δε μιλά.
Τ.: Βλέπεις, τελικά δεν υπάρχει ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ, πια!!!
(Στο γραφείο του Οκάν)
Ο Οκάν βλέπει μια πρόσκληση και ρωτά ποιος παντρεύεται. Η γραμματέας του του λέει πρόκειται για την ανιψιά του κου. Νετζίπ Ιλγκάζ. Τότε εκείνος της λέει να του το υπενθυμίσει γιατί θα ήθελε να παραβρεθεί σ’ αυτό το γάμο.
Τσινάρ & Τοπράκ.
Ο Τσινάρ έρχεται με το αυτοκίνητο και σταματά μπροστά στην Τοπράκ.
Τσιν.: Τοπράκ, σε παρακαλώ μπες στο αυτοκίνητο και άσε με να σε πάω εκεί που θέλεις.
Τ.: Δεν θέλω.
Τσιν.: Εντάξει, μόνο πες μου που θέλεις να πας;
Τ.: Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά.
Τσιν.: Τι εννοείς δεν είναι δική μου δουλειά; Είμαι ακόμη ο άντρας σου!!
Τ.: Αλλά σε 2 μέρες θα χωρίσουμε.
Τσιν.: Δεν θα υπογράψω την αίτηση. Δε σου το είπε ο Οκάν; Δε θέλω να χωρίσω.
Τ.: Υπέγραψες την αίτηση καιρό πριν στο σπίτι του Σιτκί όταν δε με πίστεψες και έφυγες με τη Γεσίμ. Όλα τελείωσαν εκείνη τη μέρα για μένα.
Τσινάρ & Οκάν
Ρ.: Τσινάρ μου, τι συμβαίνει;
Ο.: Καλώς ήρθατε, κύριε Τσινάρ.
Τσιν.: Ευχαριστώ. Γνωρίζεστε;
Ρ.: Ναι, καλέ μου, εργαζόταν στα γραφεία μας. Και παρακολουθεί το διαζύγιο μου, γι΄αυτό μιλούσαμε άλλωστε.
Τσιν,: Το ξέχασα. Ελπίζω να μην διέκοψα την συνάντησή σας.
Ρ.: Όχι, καλέ μου, εγώ έφευγα. Τα λέμε Τσινάρ.
Τσιν.: Τα λέμε.
Ο.: Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος, κύριε Τσινάρ;
Τσιν.: Ήρθα να σου ζητήσω να μου κάνεις μια χάρη. Που μένει η Τοπράκ;
Ο.: Αυτό ξέρεις ότι δεν μπορώ να σου το πω.
Τσιν.: Μα και οι δυο μας θέλουμε το καλό της Τοπράκ.
Ο.: Έχει κάποιους συγγενείς εδώ. Νομίζω ότι θα έχει πάει εκεί.
Τσιν.: Έχει ένα θείο εδώ. Πρέπει να έχει πάει εκεί.
Ο.: Η δικάσιμος για το διαζύγιο σας είναι σε 2 μέρες, το γνωρίζετε αυτό έτσι;
Τσιν.: Ναι, το γνωρίζω και γι’ αυτό ήθελα να σου μιλήσω. Πρέπει να τη δω πριν το δικαστήριο.
Ο.: Και οι δυο μας ξέρουμε ότι η Τοπράκ δε θέλει να σας δει.
Τσιν.: Το ξέρω. Οκάν αν δε τη δω και δε μιλήσω μαζί της όλα θα έχουν τελειώσει. Αν την ενημερώσω δε θα έρθει να με δει, μόνο εσύ μπορείς να την φέρεις σε μένα χωρίς να το ξέρει.
Ο.: Όχι, τότε εγώ θα βρεθώ σε πολύ δυσάρεστη θέση. Είμαι ο δικηγόρος της και αν της κάνω κάτι τέτοιο θα χάσει την εμπιστοσύνη της σε μένα.
Τσιν.: Οκάν είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να με βοηθήσει να πραγματοποιήσω το σχέδιό μου. Για μια τελευταία φορά πρέπει να ακούσει τι έχω να της πω, όλα αυτά που ήθελα και δεν μπόρεσα, και αν μετά από αυτή τη συνάντηση εξακολουθεί να θέλει το διαζύγιο εγώ θα της το δώσω.
Ο.: Μα δεν μπορώ να την παγιδεύσω. Ούτως ή άλλως θα έρθει εδώ για την υπόλοιπη γραφειοκρατική διαδικασία του διαζυγίου. Θα σε ειδοποιήσω όταν έρθει για να έρθεις και εσύ, όμως μη μου ζητάς τίποτα παραπάνω.
Τσιν.: Εντάξει, σ’ ευχαριστώ.
(Ο Αχμέτ μιλάει στην Τοπράκ για την ανιψιά του)
Αχμ.: Η συμπεριφορά της Ασλί δεν είναι εξαιτίας σου. Κάθε μέρα κάθεται μπροστά στην τηλεόραση από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το μόνο που κάνει είναι να βλέπει τηλεόραση. Έτσι ξεκινάει η μέρα της και έτσι τελειώνει. Παλιότερα δεν ήταν έτσι. Ήταν ένα χαρούμενο και δραστήριο παιδί που έκανε τους πάντες χαρούμενους με την χαμογελαστή παρουσία της. Όμως μετά το περιστατικό με τη μητέρα της όλα άλλαξαν και έγινε έτσι. Νομίζει ότι είναι δικό της λάθος που η μητέρα της βρίσκεται στη φυλακή. Τις περισσότερες φορές μου λείπει η παλιά Ασλί
Ο Τσινάρ συνοδεύει τον Νετζίπ στο καθιερωμένο τσεκάπ. Μετά από αυτό ο Οκάν ειδοποιεί τον Τσινάρ για την άφιξη της Τοπράκ στο γραφείο του. Όταν ο Νετζίπ τελειώνει από την επίσκεψή του στο γιατρό ο Τσινάρ του λέει ότι πρέπει να παραβρεθεί σε ένα συμβούλιο στο γραφείο του Οκάν. Ο Νετζίπ ότι δεν του αρέσει ο Οκάν και τον προειδοποιεί να μείνει μακριά του. Ο Τσινάρ προθυμοποιείται να τον αφήσει σπίτι πριν πάει στο συμβούλιο αλλά ο Νετζίπ του ζητά να είναι και αυτός στη συνάντηση και μόλις τελειώσουν να γυρίσουν μαζί στο σπίτι. Ο Τσινάρ δέχεται και έτσι πάνε μαζί στο γραφείο του Οκάν.
Γεσίμ & Σιτκί (δεύτερη συζήτηση)
Σ.: Ωχ, όταν περπατώ πονάω τόσο πολύ.
Γ.: Εντάξει, ας πάμε να καθίσουμε τότε.
Σ.: Κάτσε και εσύ. Θες τσάι;
Γ.: Όχι, όχι, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, άλλωστε δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου.
Σ.: Ωραία, πες μου το λόγο της επίσκεψής σου, τότε.
Γ.: Α, ναι, σήμερα πήγαμε με τη μεσίτρια να δούμε το σπίτι.
Σ.: Είδες πόσο ωραίο είναι;!
Γ.: Όχι, δεν μπορώ να πω ότι ήταν ωραίο. Ήταν διαφορετικό από αυτό που μου έδειξες στις φωτογραφίες. Μου ήταν ότι είχαν κάνει φώτοσοπ στις φωτογραφίες. Θα είναι έτσι μετά από κάποιες εργασίες που πρέπει να γίνουν. Όταν το είδα έτσι, φυσικά και δεν το δέχθηκα.
Σ.: Ώστε ήθελαν να μας κοροϊδέψουν, ε;
Γ.: Ναι, ακριβώς. Και έτσι είπα αφού θα αγοράσουμε ένα σπίτι ας δούμε κάτι άλλο. Πολύ γλυκό, ζεστό και φιλόξενο.
Σ.: Εννοείς τόσο γλυκό, ζεστό και φιλόξενο όπως ένα μικρό σπίτι;!
Γ.: Όχι, καλέ μου. Σου υποσχέθηκα ότι θα σου αγοράσω ένα καινούργιο σπίτι ακριβώς όπως το θέλεις εσύ, όμως μέχρι τότε ας πας σε ένα άλλο σπίτι, ώσπου να βρούμε το κατάλληλο για σένα.
Σ.: Πας να με κοροϊδέψεις και εσύ;
Γ.: Έλα σταμάτα. Αν σου αρέσει αυτό το σπίτι και θέλεις να μείνεις, αυτό θα εξαρτηθεί από εσένα.
Σ.: Όταν μου ζητάς εσύ κάτι εγώ πρέπει να κάνω αμέσως αλλά όταν εγώ ζητώ κάτι από σένα πρέπει να περιμένω πολύ καιρό.
Γ.: Μόνο πες μου αν το δέχεσαι ή όχι; Είναι καταπληκτική ιδέα μέχρι να σου αγοράσω ένα καινούργιο σπίτι.
Σ.: Που είναι το σπίτι;
Γ.: Αυτό είναι έκπληξη. Βιάσου, ετοιμάσου και φύγαμε. Είμαι σίγουρη ότι θα σου αρέσει το σπίτι.
(Όταν φθάνουν στο σπίτι της Γεσίμ, ο Σιτκί λέει ότι ξετρελάθηκε με αυτό και αν του το γράψει στο όνομά του θα ήταν ότι το καλύτερο. Η Γεσίμ του είπε ότι όλοι γνωρίζουν ότι το σπίτι είναι στο όνομά της και για να γίνει η μεταβίβαση θα χρειαστεί να περάσει λίγος χρόνος.)
Τοπράκ και Τσινάρ στο γραφείο του Οκάν
Τ.: Δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις;!
Τσιν.: Το μυαλό μου είναι συνέχεια σε σένα. Δεν μπορώ να σταματήσω ούτε για ένα λεπτό. Έχω να κοιμηθώ μέρες. Την στιγμή που κλείνω τα μάτια μου, σε βλέπω μπροστά μου. Δεν με ενδιαφέρει τι και πως έγινε, το μόνο που ξέρω είναι ότι δε με πρόδωσες και δε με ενδιαφέρουν τα υπόλοιπα. Σ’ αγαπώ Τοπράκ, στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Σε ότι αφορά τη Γεσίμ έγινε παρεξήγηση. Η μητέρα μου τους έφερε εδώ γιατί μπήκαν κλέφτες στο σπίτι της. Δεν υπάρχει άλλος λόγος που βρίσκεται σ’ αυτό το σπίτι. Σε παρακαλώ ας σταματήσουμε να τιμωρούμε ο ένας τον άλλο εξαιτίας αυτών των ανθρώπων. Ας τους αφήσουμε όλους και όλα πίσω μας. Εγώ θέλω μόνο εσένα.
Τ.: Από τη στιγμή που η υποψία και η αμφιβολία μπουν στο μυαλό κάποιου, μένουν για πάντα εκεί. Τώρα μου λες ότι με πιστεύεις μα κάθε φορά που θα βλέπεις, κάθε φορά που θα αγγίζεις θα αναρωτιέσαι .. και αν.. και εγώ θα το βλέπω στα μάτια σου. Και πάντα θα έχεις την απορία ίσως να τα έχει κάνει όλα αυτά που την κατηγορούν ίσως και όχι, αυτό δεν θα το ξέρεις ποτέ.
Η Τοπράκ βγαίνει από το γραφείο του Οκάν και του λέει: Αυτό δεν θα μου το ξανακάνεις ποτέ.
Και στον Νετζίπ που περιμένει τον Τσινάρ: κύριε Νετζίπ, προσπάθησα να εξηγήσω στο γιο σας μα δεν καταλαβαίνει. Σας παρακαλώ προσπαθήστε και εσείς. Μην τον αφήσετε να εξευτελιστεί περισσότερο από σήμερα!!
Ο Νετζίπ λέει στον Τσινάρ: Γιε μου, μην τιμωρείς τον εαυτό σου άλλο!! Μπορεί η πληγωμένη σου καρδιά να εξακολουθεί να την αγαπά, όμως μην παλεύεις άλλο για κάποιον που δεν το θέλει γιατί η Τοπράκ δεν το αξίζει. Είναι φανερό ότι έκοψε κάθε δεσμό μεταξύ σας, σε έβγαλε από την καρδιά της και από το μέλλον της. Πρέπει να το αποδεχθείς και να προχωρήσεις και εσύ το δρόμο σου.
Η Τοπράκ περπατάει στη βροχή κλαίγοντας. Μια γυναίκα τη ρωτά: Κυρία, γιατί κλαίτε έτσι, τι πάθατε, χάσατε κάποιον;
Τ.: Ναι, έχασα τον μόνο έρωτα, τη μόνη αγάπη της ζωής μου.
Την επόμενη μέρα έξω από το δικαστικό μέγαρο η Γεσίμ περιμένει να τελειώσει η εκδίκαση του διαζυγίου και εύχεται όλα να τελειώσουν καλά αυτή τη φορά. Να αφήσει η Τοπράκ τον Τσινάρ και αυτός να γυρίσει κοντά της.
Η τελευταία σκηνή διαδραματίζεται έξω από το δικαστικό μέγαρο. Ο Τσινάρ πιάνει το χέρι της Τοπράκ και γίνεται ο εξής διάλογος.
Τσιν.: Ώστε αυτό είναι το τέλος; Θέλεις να σε πάω κάπου; Όπου θέλεις!
Τ.: Όχι, ευχαριστώ, θα πάω μόνη μου.
Τσιν.: Λοιπόν τι θα κάνεις; Θα γυρίσεις στο Urgup;
Τ.: Ναι, τους το είπα και με περιμένουν. Φίλησε μου τη Λάλε και τον Τσινάρ Μπέρκ.
Τσιν.: Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ τόσο πολύ και θα συνεχίσω να σε αγαπώ. Σε παρακαλώ αν αντιμετωπίσεις κάποιο πρόβλημα οποιαδήποτε στιγμή πάρε με τηλέφωνο. Θα σε υποστηρίζω πάντα και θα είμαι πάντα δίπλα σου!! Να προσέχεις τον εαυτό σου!!
Τ.: Και εσύ το ίδιο. Αντίο!!!
Φεύγουν και οι δύο σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο ένας βλέπει τον άλλο καθώς προχωρά. Είναι και οι δύο σε πολύ έντονα φορτισμένη κατάσταση. Η Τοπράκ κλαίει και κοιτά την κοιλιά της.
ΤΕΛΟΣ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ 65.
Παρακαλώ σεβαστείτε την δουλειά μας, και οποιαδήποτε χρήση της, θα ήταν σεβαστό να αναφερθεί.
Επεισόδιο 65
http://ddizi.com/izle/
Η Τοπράκ συμφωνεί με την κατάθεση του Σιτκί και αποφυλακίζεται. Όμως δεν έχει που να πάει. Η Νερμίν προτείνει στην Τοπράκ να πάει να μείνει στο σπίτι της. Η Γεσίμ θέλοντας να δικαιολογήσει την βραδινή απουσία της (έμεινε κλεισμένη στο σπίτι του Σιτκί) λέει στον Νετζίπ ότι ο αδελφός ο Κερέμ ήταν άρρωστος και έμεινε μαζί του όλο το βράδυ στο νοσοκομείο. Ο Νετζίπ την υποπτεύεται. Παίρνει τηλέφωνο τη Ζουμρούτ, η οποία δεν ξέρει τίποτα για όλα αυτά. Η απάντησή της εκπλήσσει τη Γεσίμ. Η Τοπράκ γνωρίζει τον Αχμέτ και την Ασλί στο σπίτι της Νερμίν. Ενώ η Τοπράκ προσπαθεί να συνηθίσει την καινούργια της ζωή, ο Τσινάρ προσπαθεί να την βρει. Η Γεσίμ υπόσχεται στον Σιτκί ότι θα του αγοράσει ένα σπίτι και εκείνος της δίνει 2 μέρες διορία για να βρει τα χρήματα και να του το αγοράσει. Η Γεσίμ δεν μπορεί να βρει όλα τα χρήματα που χρειάζονται. Ο χρόνος γίνεται θηλιά στο λαιμό της. Όμως σκέφτεται μια καταπληκτική ιδέα η οποία ικανοποιεί και τον Σιτκί. Μόνο μια μέρα έμεινε μέχρι την επισημοποίηση του διαζυγίου και ο Οκάν αποφασίζει να βοηθήσει τον Τσινάρ να δει την Τοπράκ πριν το δικαστήριο. Είναι η τελευταία για την Τοπράκ και τον Τσινάρ να σώσουν το γάμο τους… η μέρα της δίκης έφτασε.
Η αρχή του 65ου επεισοδίου.
Στο δικαστήριο.
Δικ.: Παιδί μου, το δηλώσατε στην κατάθεσή σας ότι πήγε να σας βιάσει και τον μαχαιρώσατε για να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας. Τώρα τον ακούσατε. Γιατί αλλάζετε την κατάθεσή σας;
Τ.: Φοβήθηκα τότε. Δεν μπορούσα να το πω.
Δικ.: Μόνο επειδή φοβηθήκατε παρουσιάσατε τον εαυτό σας σαν εγκληματία; Κόρη μου, υπάρχει κάτι άλλο που σας φοβίζει ή θέτει τη ζωή σας σε κίνδυνο;
Τ.: Όχι, δεν υπάρχει τίποτα. Σας είπα ότι η κατάθεση του Σιτκί είναι αληθινή.
Τσιν.: Τι εννοείς η κατάθεσή του είναι αληθινή;! Τι λες, Τοπράκ! Κύριε, αυτός ο άνθρωπος είναι ψεύτης, λέει ψέματα.
Σ.: Μα για το όνομα του Θεού, έχω ορκιστεί, αυτά που λέω είναι αλήθεια.
Ο Τσινάρ δείχνοντας τον Σιτκί: Εσύ να κλείσεις το στόμα σου!
Δικ.: Στην πραγματικότητα εσείς πρέπει να σταματήσετε να μιλάτε. Εδώ είναι δικαστήριο και δεν μπορείτε με αυτό τον τρόπο! Ποιος είστε;
Τσιν.: Κοιτάξτε, κύριε, είμαι ο σύζυγος της!
Δικ.: Αυτό σημαίνει ότι είστε μόνο παρατηρητής. Καθίστε όπως αρμόζει αλλιώς θα αναγκαστώ να σας πω να φύγετε.
Ο Νετζίπ και ο Hamze συζητούν για την σχέση της Ζουμρούτ με τον Αλί. Ο Hamze του λέει ότι τους βρήκε πολύ κοντά τον έναν στον άλλο, κάτι που δείχνει ότι η σχέση τους είναι περισσότερο από φιλική.
Ν.: Τι σε κάνει να πιστεύεις κάτι τέτοιο; Τι είδες;
H.: Οι κουβέντες είναι παραπάνω από φιλικές.
Ν.: Ελπίζω να μην κάνεις λάθος
Η.: Όχι, κύριε, αν ήταν αλλιώς δεν θα ερχόμουν να σας ενημερώσω. Κύριε, κύριε είστε καλά; Βοήθεια, βοήθεια ο κύριος Νετζίπ λιποθύμησε.
Ι.: Ωω, Necip bey, τι συνέβη; Αα, Necip bey.
Ν.: Είμαι καλά Ikbal hanim, μην πανικοβάλλεστε.Είμαι εντάξει!
Ι.: Τι συνέβη εδώ;
Η.: Τίποτα δεν συνέβη. Μιλούσαμε και αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία.
Πίσω στο δικαστήριο ο δικαστής αφήνει ελεύθερη την Τοπράκ.
Ο.: Τοπράκ, πρέπει να επιστρέψεις στη φυλακή μέχρι να τελειώσουν τα διαδικαστικά.
Τσιν.: Τοπράκ, Τοπράκ! Τοπράκ, τι νομίζεις πως κάνεις; Εε; Αυτός λέει ψέματα και το ξέρουμε και οι δύο μας! Γιατί συμφώνησες με την κατάθεσή του; Τοπράκ, απάντησέ μου; Γιατί δε μιλάς;
Ο.: Τσινάρ, άστην. Άστην να ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε.
Τσιν.: Γιατί; Εσύ της έδωσες αυτή τη συμβουλή;
Ο.: Αυτό δε θέλω να το συζητήσω μαζί σου! Εντάξει! Δε μπορώ να κάνω κάτι. Αυτό είπε η Τοπράκ.
Δημοσιογράφοι: Κυρία Τοπράκ; Κυρία Τοπράκ; Τι συνέβη;
Ο.: Θα σας δώσω πληροφορίες για την υπόθεση λίγο αργότερα, σας παρακαλώ!
Ο Τσινάρ μιλάει στο τηλέφωνο με τον Μεχμέτ. Ψάχνουν τη Γεσίμ, η οποία έχει μείνει κλεισμένη στο σπίτι του Σιτκί.
Τσιν.: Τι έγινε, Μεχμέτ; Βρήκες τη Γεσίμ;
Δημ.: Κύριε Τσινάρ, τι έγινε;
Τσιν.: Θα σε πάρω αργότερα, Μεχμέτ.
Ο.: Είσαι εντάξει, Τοπράκ; Θα ήταν καλύτερα να γνώριζα την απόφασή σου πριν την έκβαση της δίκης. Θα ήταν καλύτερα και για τους δύο μας. Με εξέπληξες αλλά πήρες τη σωστή απόφαση.
Τ.: Δεν ξέρω πια τι είναι σωστό και τι λάθος.
Σ.: Τοπράκ, εύχομαι να συνέλθεις από την περιπέτειά σου σύντομα. Όμως κρίμα, εγώ έδωσα τέτοιο αγώνα μέσα στο δικαστήριο για σένα και εσύ δε μου έριξες ούτε μια ματιά.
Τ.: Ο Θεός να σε τιμωρήσει!
Σ.: Ξέρω δεν πέρασες καλά στη φυλακή. Το καταλαβαίνω, τα έχω περάσει και εγώ αυτά, θα μιλήσουμε αργότερα.
Τ.: Αργότερα;! Δεν υπάρχει αργότερα. Από εδώ και στο εξής για μένα είσαι νεκρός, να το ξέρεις!
Σ.: Δεν είσαι καθόλου σωστή….
Τσιν.: (στο τηλέφωνο) Ναι!!
Μεχ.: Οι δημοσιογράφοι, εε;
Τσιν.: Ναι, μη τα ρωτάς. Με έχει πιάσει το κεφάλι μου. Τι έκανες; Βρήκες τη Γεσίμ;
Μεχ.: Έψαξα παντού, όπου μπορούσα να σκεφτώ ότι θα βρισκόταν. Εκτός από την κυρία Ζουμρούτ πήγα παντού. Την τελευταία φορά την είδαν στο γυμναστήριο και μετά από εκεί κανείς δεν την ξαναείδε. Κανείς δεν ξέρει.
Τσιν.: Ωχ, Θεέ μου, αν ήταν η προηγούμενη Γεσίμ δεν θα ανησυχούσα τόσο πολύ μα μετά τη γέννηση του παιδιού δεν έχει συμπεριφερθεί με τέτοια επιπολαιότητα γιαυτό ανησυχώ.
Μεχ.: Εντάξει, θα συνεχίσω να ψάχνω. Αν έχω κάτι νεώτερο, θα σε ενημερώσω αμέσως!
Τσιν.: Εντάξει, σ’ ευχαριστώ.
Ο.: Θα σε πάρω αργότερα, εντάξει;
Τσιν.: Που πάνε την Τοπράκ;
Ο.: Στη φυλακή.
Τσιν.: Δεν θα βγει σήμερα από εκεί;
Ο.: Ναι, αν τα διαδικαστικά της αποφυλάκισης τελειώσουν γρήγορα.
Τσιν.: Γιατί το κάνεις αυτό;
Ο.: Πρέπει να φύγω, Τσινάρ.
(Στο σπίτι του Σιτκί)
Γ.: Σιτκί!
Σ.: Ποιος;
Γ.: Αχ, Σιτκί. Εγώ είμαι. Εγώ είμαι!!
Σ.: Τι κάνεις εσύ εδώ;
Γ.: Μην τα ρωτάς. Είμαι εδώ από εχθές. Η πόρτα κόλλησε και δεν μπορούσα να βγω. Ευτυχώς που επέστρεψες.
Σ.: Νόμιζα ότι μπήκε κλέφτης στο σπίτι μου όταν είδα το σπασμένο παράθυρο.
Γ.: Ο Τσινάρ ήρθε εδώ.
(Στη φυλακή)
Ρωτούν οι συγκρατούμενες της την Τοπράκ: Τοπράκ, τι συνέβη; Τι έχεις Τοπράκ;
Αρζού: Εσείς ανησυχείτε για αυτή και εκείνη δε θα δίνει καμία σημασία.
Χοκά: Αρζού, σταμάτα! Μη το παρατραβάς! Δεν κάνει! Βλέπεις είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είναι φανερό ότι δεν αισθάνεται καλά. Αφήστε την να συνέλθει και θα μας πει τι έγινε!
Η Χοκά απευθύνεται στην Τοπράκ: Ξέρω ότι είναι δύσκολο. Ξέρω τώρα λες γιατί το έκανα αυτό, που είναι η αλήθεια, που είναι η δικαιοσύνη και η εμπιστοσύνη. Τώρα είναι όλα μέσα σου, στο σωστό μέρος μα μερικές φορές πρέπει να αφήνουμε στην άκρη την περηφάνια μας και την αξιοπρέπεια μας, ειδικά όταν υπάρχει ένα μωρό. Μην αισθάνεσαι ένοχη, να είσαι σίγουρη ότι έκανες το σωστό και το καλύτερο. Τοπράκ, σε αυτή τη ζωή η μόνη σου ευθύνη είσαστε εσύ και το παιδί σου. Άσε τους άλλους ήσυχους! Εντάξει, γλυκιά μου;
Τσιν.: Θα ήθελα να μιλήσω στον κύριο Τζανσέλ! Έχει πάει στο Αφγανιστάν; Για διακοπές; Όχι, για μείνει εκεί. Δεν ξέρετε πότε θα επιστρέψει; Εντάξει, εκτιμούμε αυτά που έκανε για εμάς. Ευχαριστώ. Που να βρίσκεσαι, Γεσίμ;
(Τοπράκ & Χοκά στη φυλακή)
Χ.: Τοπράκ, δεν ετοίμασες τα πράγματά σου ακόμα; Αν έρθει η Ζεχρά και δει ότι δεν είσαι έτοιμη, θα σου τα ψάλει.
Τ.: Ας κάνει ότι θέλει. Εγώ δεν βιάζομαι.
Χ.: Μην το λες αυτό. Δόξα τω Θεώ που φεύγεις από αυτό το μέρος.
Τ.: Ναι, δόξα τω Θεώ γι΄αυτό όταν φύγω από εδώ δεν έχω που να πάω και δεν έχω κανέναν σ’ αυτή την πόλη.
Χ.: Τότε τι θα κάνεις;
Τ.: Δεν ξέρω. Αφού είμαι έγκυος δεν μπορώ να πάω στο Urgup. Εννοώ ακόμα και αν η μητέρα μου δεν πει τίποτα στον Τσινάρ ο πατέρας μου θα το κάνει σίγουρα. Δεν ξέρω τι να κάνω;!
Χ.: Στ’ αλήθεια έχεις! Θα σου πω εγώ ένα μέρος να πας. Αν φυσικά το δεχθείς!
Τ.: Που;
Χ.: Έχω μια κόρη σαν και σένα, αν πας εκεί θα της πεις τα νέα μου και θα μείνεις μαζί της να την φροντίζεις μέχρι να αποφυλακιστώ και εγώ. Θα βγω σε 3 εβδομάδες και τότε θα δούμε τι θα γίνει από εκεί και πέρα. Τι λες;
(Πίσω στο σπίτι του Σιτκί)
Σ.: Αγόρασα αυτό το ψωμί για μένα, αλλά μιας και πεινάς, θα το μοιραστούμε;
Γ.: Όχι, άσε με να κόψω μόνη μου. Εγώ δεν τρώω πολύ. Αυτό είναι αρκετό για μένα.
Σ.: Εντάξει, όπως επιθυμείς. Γιατί προσπαθείς να το κόψεις με μαχαίρι, κόφτο με το χέρι σου. Ώστε κλειδώθηκες όλο το βράδυ εδώ, χα,χα! Αυτό ήταν καλό, γιατί έτσι είδες σε τι συνθήκες ζω και θα επισπεύσεις τις διαδικασίες για την αγορά ενός σπιτιού για μένα.
Γ.: Μου έλεγες τι συνέβη στο δικαστήριο, για συνέχισε.
Σ.: Είπε ότι ό,τι κατέθεσε ο Σιτκί είναι η αλήθεια. Έτσι λοιπόν ξέφυγε από τη φυλακή.
Γ.: Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι συμφώνησε με την κατάθεσή σου.
Σ.: Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει το μυαλό μιας γυναίκας. Ίσως βαρέθηκε τον Τσινάρ και θέλει να γυρίσει κοντά μου.
Γ.: Αυτό είναι αδύνατον. Ο Τσινάρ τι έκανε;
Σ.: Δεν μπορώ να σου το περιγράψω με λόγια. Έπρεπε να ήσουν εκεί και να τον έβλεπες. Το πρόσωπο του ήταν παραμορφωμένο. Είσαι σίγουρη ότι σου φθάνει το ψωμί; Δε θέλεις άλλο; Γιατί θέλω να φάω αυτό που απέμεινε.
Γ.: Ναι, ναι αυτό ήταν αρκετό για μένα. Είμαι έτοιμη να φύγω κιόλας. … Πες μου τι έγινε στο δικαστήριο, για λέγε.
Σ.: Μετά από αυτό σηκώθηκε όρθιος, φώναζε ότι όλα ήταν ψέματα, μπλα, μπλα, μπλα. Ο δικαστής του είπε να σταματήσει και αυτός ηρέμησε.
Γ.: Αυτό είναι καλό για τον Τσινάρ. Τώρα θα σταματήσει να την κυνηγάει.
Σ.: Έτσι νομίζεις, αλλά μετά το τέλος της δίκης την ακολούθησε (χρησιμοποιεί μια παρομοίωση) όπως τα μικρά παπάκια ακολουθούν τη μητέρα τους. Όμως δεν του έδωσε καμία σημασία, ούτε καν τον κοίταξε.
(Πίσω στη φυλακή)
Χ.: Σου έγραψα τη διεύθυνση. Το ζαχαροπλαστείο είναι δίπλα στο σπίτι. Ο Αχμέτ θα είναι στο μαγαζί. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα. Αν δεν ήταν πρέπον δε θα σου το πρότεινα. Μάζεψε τα πράγματά σου πριν να έρθει η Ζεχρά και κάνει φασαρία.
Τ.: Abla, ξέρω ότι θέλεις να με βοηθήσεις, μα μόνη σου είπες ότι η κόρη σου μένει μαζί με το θείο της. Δεν θέλω να τους ενοχλήσω.
Χ.: Εντάξει, κατάλαβα το πρόβλημά σου! Αν δεν αισθάνεσαι άνετα να μείνεις στο σπίτι θα πω στον Αχμέτ να σου παραχωρήσει ένα χώρο στο μαγαζί. Θα τα καταφέρετε μέχρι να έρθω.
Ζεχρά: Κυρία Τοπράκ, ετοιμάσατε τα πράγματά σας; Ο διευθυντής υπογράφει την αποφυλάκισή σου, βιάσου.
(Πίσω στο σπίτι του Σιτκί)
Γ.: Σιτκί σε ευχαριστώ για το ψωμί. Θα σε δω αργότερα.
Σ.: Ένα λεπτό, ένα λεπτό. Που πας; Δεν λύσαμε το θέμα του σπιτιού ακόμα.
Γ.: Θα το λύσουμε. Πέρασα όλο το βράδυ εδώ σ’ αυτό το σπίτι, χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα. Άσε να ξεπεράσω το σοκ και θα το λύσω. Μη με τρελαίνεις!!
Σ.: Μένω κάθε βράδυ σ’ αυτό το αχούρι, αρκετά! Για τ’ όνομα του Θεού. Δεν αντέχω άλλο.
Γ.: Εντάξει, Σιτκί. Κοίτα χθες επικοινώνησα με τη μεσίτρια, μα δεν τη βρήκα. Θα την πάρω σήμερα. Θα το λύσουμε το θέμα, εντάξει;
Σ.: Αν πας να με ξεγελάσεις, θα μου το πληρώσεις. Εγώ για σένα ρίσκαρα τη ζωή μου. Μπλέχτηκα σε ένα άσχημο παιχνίδι. Κοίτα υπάρχει και απόδειξη γιαυτό (δείχνει τον τραυματισμό του). Κάποιος με μαχαίρωσε, ήμουν σε κώμα για μερικές μέρες χωρίς να ξέρω τι θα απογίνω.
Γ.: Εντάξει, έχεις δίκιο. Το θέμα έκλεισε.
Σ.: Άκου, αν κρατήσεις την υπόσχεσή σου, όλα θα πάνε καλά. Διαφορετικά μην περιμένεις τίποτα καλό από μένα.
Γ.: Κοίτα, αυτού του είδους οι δουλειές δεν είναι τόσο εύκολες όσο νομίζεις. Στο τέλος όμως θα σου αγοράσω το σπίτι που σου υποσχέθηκα.
Σ.: Πως γίνεται όταν εσύ μου ζητάς κάτι να γίνεται αμέσως και τώρα είναι δύσκολο. Κοίτα, έχεις 2 μέρες διορία για να μου αγοράσεις το σπίτι αλλιώς θα πω την αλήθεια στον Τσινάρ.
Γ.: Εντάξει, καλέ μου, μην εκνευρίζεσαι. Θα το τακτοποιήσω το ζήτημα.
(Η συζήτηση της Τοπράκ και του Τσινάρ κατά την έξοδο της από τη φυλακή)
Τσιν.: Τοπράκ, ελπίζω να συνέλθεις σύντομα. Τοπράκ που πας; Ήρθα να σε πάρω να πάμε σπίτι μας.
Τ.: Δεν υπάρχει πια «σπίτι μας», Τσινάρ.
Τσιν.: Υπάρχει, Τοπράκ. Το ξέρω ότι είσαι θυμωμένη και τσαντισμένη μαζί μου, και γι’ αυτό τα κάνεις όλα αυτά. Μα και εγώ ήμουν τσαντισμένος μαζί σου Τοπράκ. Κανείς δε σκέφτηκε λογικά. Στεναχωρήσαμε και τιμωρήσαμε ο ένας τον άλλο χωρίς καν να συζητήσουμε μεταξύ μας. Μα δε θέλω να συνεχίσω άλλο έτσι! Είμαι σίγουρος ότι δε συνέβη τίποτα μεταξύ σας.
Τ.: Τι έγινε; Πως και άλλαξες γνώμη;
Τσιν.: Τοπράκ, σε παρακαλώ. Ας γυρίσουμε σπίτι μας. Αν το επιθυμείς και εσύ μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή.
Τ.: Τσινάρ, δεν έχω σπίτι μαζί σου. Δε με πίστεψες. Αν με πίστευες θα ήξερες ότι η Γεσίμ τα έκανε όλα αυτά και δε θα άφηνες το σπίτι σου για να μείνεις σε ένα καινούργιο σπίτι μαζί της. Και έστω ότι συμφωνούσα, θα με έπαιρνες και εμένα και θα μέναμε όλοι μαζί σε εκείνο το σπίτι. Αυτό το μέρος θα ήταν το «σπίτι μας»;
Ο Τσινάρ δε μιλά.
Τ.: Βλέπεις, τελικά δεν υπάρχει ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ, πια!!!
(Στο γραφείο του Οκάν)
Ο Οκάν βλέπει μια πρόσκληση και ρωτά ποιος παντρεύεται. Η γραμματέας του του λέει πρόκειται για την ανιψιά του κου. Νετζίπ Ιλγκάζ. Τότε εκείνος της λέει να του το υπενθυμίσει γιατί θα ήθελε να παραβρεθεί σ’ αυτό το γάμο.
Τσινάρ & Τοπράκ.
Ο Τσινάρ έρχεται με το αυτοκίνητο και σταματά μπροστά στην Τοπράκ.
Τσιν.: Τοπράκ, σε παρακαλώ μπες στο αυτοκίνητο και άσε με να σε πάω εκεί που θέλεις.
Τ.: Δεν θέλω.
Τσιν.: Εντάξει, μόνο πες μου που θέλεις να πας;
Τ.: Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά.
Τσιν.: Τι εννοείς δεν είναι δική μου δουλειά; Είμαι ακόμη ο άντρας σου!!
Τ.: Αλλά σε 2 μέρες θα χωρίσουμε.
Τσιν.: Δεν θα υπογράψω την αίτηση. Δε σου το είπε ο Οκάν; Δε θέλω να χωρίσω.
Τ.: Υπέγραψες την αίτηση καιρό πριν στο σπίτι του Σιτκί όταν δε με πίστεψες και έφυγες με τη Γεσίμ. Όλα τελείωσαν εκείνη τη μέρα για μένα.
Τσινάρ & Οκάν
Ρ.: Τσινάρ μου, τι συμβαίνει;
Ο.: Καλώς ήρθατε, κύριε Τσινάρ.
Τσιν.: Ευχαριστώ. Γνωρίζεστε;
Ρ.: Ναι, καλέ μου, εργαζόταν στα γραφεία μας. Και παρακολουθεί το διαζύγιο μου, γι΄αυτό μιλούσαμε άλλωστε.
Τσιν,: Το ξέχασα. Ελπίζω να μην διέκοψα την συνάντησή σας.
Ρ.: Όχι, καλέ μου, εγώ έφευγα. Τα λέμε Τσινάρ.
Τσιν.: Τα λέμε.
Ο.: Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος, κύριε Τσινάρ;
Τσιν.: Ήρθα να σου ζητήσω να μου κάνεις μια χάρη. Που μένει η Τοπράκ;
Ο.: Αυτό ξέρεις ότι δεν μπορώ να σου το πω.
Τσιν.: Μα και οι δυο μας θέλουμε το καλό της Τοπράκ.
Ο.: Έχει κάποιους συγγενείς εδώ. Νομίζω ότι θα έχει πάει εκεί.
Τσιν.: Έχει ένα θείο εδώ. Πρέπει να έχει πάει εκεί.
Ο.: Η δικάσιμος για το διαζύγιο σας είναι σε 2 μέρες, το γνωρίζετε αυτό έτσι;
Τσιν.: Ναι, το γνωρίζω και γι’ αυτό ήθελα να σου μιλήσω. Πρέπει να τη δω πριν το δικαστήριο.
Ο.: Και οι δυο μας ξέρουμε ότι η Τοπράκ δε θέλει να σας δει.
Τσιν.: Το ξέρω. Οκάν αν δε τη δω και δε μιλήσω μαζί της όλα θα έχουν τελειώσει. Αν την ενημερώσω δε θα έρθει να με δει, μόνο εσύ μπορείς να την φέρεις σε μένα χωρίς να το ξέρει.
Ο.: Όχι, τότε εγώ θα βρεθώ σε πολύ δυσάρεστη θέση. Είμαι ο δικηγόρος της και αν της κάνω κάτι τέτοιο θα χάσει την εμπιστοσύνη της σε μένα.
Τσιν.: Οκάν είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να με βοηθήσει να πραγματοποιήσω το σχέδιό μου. Για μια τελευταία φορά πρέπει να ακούσει τι έχω να της πω, όλα αυτά που ήθελα και δεν μπόρεσα, και αν μετά από αυτή τη συνάντηση εξακολουθεί να θέλει το διαζύγιο εγώ θα της το δώσω.
Ο.: Μα δεν μπορώ να την παγιδεύσω. Ούτως ή άλλως θα έρθει εδώ για την υπόλοιπη γραφειοκρατική διαδικασία του διαζυγίου. Θα σε ειδοποιήσω όταν έρθει για να έρθεις και εσύ, όμως μη μου ζητάς τίποτα παραπάνω.
Τσιν.: Εντάξει, σ’ ευχαριστώ.
(Ο Αχμέτ μιλάει στην Τοπράκ για την ανιψιά του)
Αχμ.: Η συμπεριφορά της Ασλί δεν είναι εξαιτίας σου. Κάθε μέρα κάθεται μπροστά στην τηλεόραση από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το μόνο που κάνει είναι να βλέπει τηλεόραση. Έτσι ξεκινάει η μέρα της και έτσι τελειώνει. Παλιότερα δεν ήταν έτσι. Ήταν ένα χαρούμενο και δραστήριο παιδί που έκανε τους πάντες χαρούμενους με την χαμογελαστή παρουσία της. Όμως μετά το περιστατικό με τη μητέρα της όλα άλλαξαν και έγινε έτσι. Νομίζει ότι είναι δικό της λάθος που η μητέρα της βρίσκεται στη φυλακή. Τις περισσότερες φορές μου λείπει η παλιά Ασλί
Ο Τσινάρ συνοδεύει τον Νετζίπ στο καθιερωμένο τσεκάπ. Μετά από αυτό ο Οκάν ειδοποιεί τον Τσινάρ για την άφιξη της Τοπράκ στο γραφείο του. Όταν ο Νετζίπ τελειώνει από την επίσκεψή του στο γιατρό ο Τσινάρ του λέει ότι πρέπει να παραβρεθεί σε ένα συμβούλιο στο γραφείο του Οκάν. Ο Νετζίπ ότι δεν του αρέσει ο Οκάν και τον προειδοποιεί να μείνει μακριά του. Ο Τσινάρ προθυμοποιείται να τον αφήσει σπίτι πριν πάει στο συμβούλιο αλλά ο Νετζίπ του ζητά να είναι και αυτός στη συνάντηση και μόλις τελειώσουν να γυρίσουν μαζί στο σπίτι. Ο Τσινάρ δέχεται και έτσι πάνε μαζί στο γραφείο του Οκάν.
Γεσίμ & Σιτκί (δεύτερη συζήτηση)
Σ.: Ωχ, όταν περπατώ πονάω τόσο πολύ.
Γ.: Εντάξει, ας πάμε να καθίσουμε τότε.
Σ.: Κάτσε και εσύ. Θες τσάι;
Γ.: Όχι, όχι, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, άλλωστε δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου.
Σ.: Ωραία, πες μου το λόγο της επίσκεψής σου, τότε.
Γ.: Α, ναι, σήμερα πήγαμε με τη μεσίτρια να δούμε το σπίτι.
Σ.: Είδες πόσο ωραίο είναι;!
Γ.: Όχι, δεν μπορώ να πω ότι ήταν ωραίο. Ήταν διαφορετικό από αυτό που μου έδειξες στις φωτογραφίες. Μου ήταν ότι είχαν κάνει φώτοσοπ στις φωτογραφίες. Θα είναι έτσι μετά από κάποιες εργασίες που πρέπει να γίνουν. Όταν το είδα έτσι, φυσικά και δεν το δέχθηκα.
Σ.: Ώστε ήθελαν να μας κοροϊδέψουν, ε;
Γ.: Ναι, ακριβώς. Και έτσι είπα αφού θα αγοράσουμε ένα σπίτι ας δούμε κάτι άλλο. Πολύ γλυκό, ζεστό και φιλόξενο.
Σ.: Εννοείς τόσο γλυκό, ζεστό και φιλόξενο όπως ένα μικρό σπίτι;!
Γ.: Όχι, καλέ μου. Σου υποσχέθηκα ότι θα σου αγοράσω ένα καινούργιο σπίτι ακριβώς όπως το θέλεις εσύ, όμως μέχρι τότε ας πας σε ένα άλλο σπίτι, ώσπου να βρούμε το κατάλληλο για σένα.
Σ.: Πας να με κοροϊδέψεις και εσύ;
Γ.: Έλα σταμάτα. Αν σου αρέσει αυτό το σπίτι και θέλεις να μείνεις, αυτό θα εξαρτηθεί από εσένα.
Σ.: Όταν μου ζητάς εσύ κάτι εγώ πρέπει να κάνω αμέσως αλλά όταν εγώ ζητώ κάτι από σένα πρέπει να περιμένω πολύ καιρό.
Γ.: Μόνο πες μου αν το δέχεσαι ή όχι; Είναι καταπληκτική ιδέα μέχρι να σου αγοράσω ένα καινούργιο σπίτι.
Σ.: Που είναι το σπίτι;
Γ.: Αυτό είναι έκπληξη. Βιάσου, ετοιμάσου και φύγαμε. Είμαι σίγουρη ότι θα σου αρέσει το σπίτι.
(Όταν φθάνουν στο σπίτι της Γεσίμ, ο Σιτκί λέει ότι ξετρελάθηκε με αυτό και αν του το γράψει στο όνομά του θα ήταν ότι το καλύτερο. Η Γεσίμ του είπε ότι όλοι γνωρίζουν ότι το σπίτι είναι στο όνομά της και για να γίνει η μεταβίβαση θα χρειαστεί να περάσει λίγος χρόνος.)
Τοπράκ και Τσινάρ στο γραφείο του Οκάν
Τ.: Δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις;!
Τσιν.: Το μυαλό μου είναι συνέχεια σε σένα. Δεν μπορώ να σταματήσω ούτε για ένα λεπτό. Έχω να κοιμηθώ μέρες. Την στιγμή που κλείνω τα μάτια μου, σε βλέπω μπροστά μου. Δεν με ενδιαφέρει τι και πως έγινε, το μόνο που ξέρω είναι ότι δε με πρόδωσες και δε με ενδιαφέρουν τα υπόλοιπα. Σ’ αγαπώ Τοπράκ, στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Σε ότι αφορά τη Γεσίμ έγινε παρεξήγηση. Η μητέρα μου τους έφερε εδώ γιατί μπήκαν κλέφτες στο σπίτι της. Δεν υπάρχει άλλος λόγος που βρίσκεται σ’ αυτό το σπίτι. Σε παρακαλώ ας σταματήσουμε να τιμωρούμε ο ένας τον άλλο εξαιτίας αυτών των ανθρώπων. Ας τους αφήσουμε όλους και όλα πίσω μας. Εγώ θέλω μόνο εσένα.
Τ.: Από τη στιγμή που η υποψία και η αμφιβολία μπουν στο μυαλό κάποιου, μένουν για πάντα εκεί. Τώρα μου λες ότι με πιστεύεις μα κάθε φορά που θα βλέπεις, κάθε φορά που θα αγγίζεις θα αναρωτιέσαι .. και αν.. και εγώ θα το βλέπω στα μάτια σου. Και πάντα θα έχεις την απορία ίσως να τα έχει κάνει όλα αυτά που την κατηγορούν ίσως και όχι, αυτό δεν θα το ξέρεις ποτέ.
Η Τοπράκ βγαίνει από το γραφείο του Οκάν και του λέει: Αυτό δεν θα μου το ξανακάνεις ποτέ.
Και στον Νετζίπ που περιμένει τον Τσινάρ: κύριε Νετζίπ, προσπάθησα να εξηγήσω στο γιο σας μα δεν καταλαβαίνει. Σας παρακαλώ προσπαθήστε και εσείς. Μην τον αφήσετε να εξευτελιστεί περισσότερο από σήμερα!!
Ο Νετζίπ λέει στον Τσινάρ: Γιε μου, μην τιμωρείς τον εαυτό σου άλλο!! Μπορεί η πληγωμένη σου καρδιά να εξακολουθεί να την αγαπά, όμως μην παλεύεις άλλο για κάποιον που δεν το θέλει γιατί η Τοπράκ δεν το αξίζει. Είναι φανερό ότι έκοψε κάθε δεσμό μεταξύ σας, σε έβγαλε από την καρδιά της και από το μέλλον της. Πρέπει να το αποδεχθείς και να προχωρήσεις και εσύ το δρόμο σου.
Η Τοπράκ περπατάει στη βροχή κλαίγοντας. Μια γυναίκα τη ρωτά: Κυρία, γιατί κλαίτε έτσι, τι πάθατε, χάσατε κάποιον;
Τ.: Ναι, έχασα τον μόνο έρωτα, τη μόνη αγάπη της ζωής μου.
Την επόμενη μέρα έξω από το δικαστικό μέγαρο η Γεσίμ περιμένει να τελειώσει η εκδίκαση του διαζυγίου και εύχεται όλα να τελειώσουν καλά αυτή τη φορά. Να αφήσει η Τοπράκ τον Τσινάρ και αυτός να γυρίσει κοντά της.
Η τελευταία σκηνή διαδραματίζεται έξω από το δικαστικό μέγαρο. Ο Τσινάρ πιάνει το χέρι της Τοπράκ και γίνεται ο εξής διάλογος.
Τσιν.: Ώστε αυτό είναι το τέλος; Θέλεις να σε πάω κάπου; Όπου θέλεις!
Τ.: Όχι, ευχαριστώ, θα πάω μόνη μου.
Τσιν.: Λοιπόν τι θα κάνεις; Θα γυρίσεις στο Urgup;
Τ.: Ναι, τους το είπα και με περιμένουν. Φίλησε μου τη Λάλε και τον Τσινάρ Μπέρκ.
Τσιν.: Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ τόσο πολύ και θα συνεχίσω να σε αγαπώ. Σε παρακαλώ αν αντιμετωπίσεις κάποιο πρόβλημα οποιαδήποτε στιγμή πάρε με τηλέφωνο. Θα σε υποστηρίζω πάντα και θα είμαι πάντα δίπλα σου!! Να προσέχεις τον εαυτό σου!!
Τ.: Και εσύ το ίδιο. Αντίο!!!
Φεύγουν και οι δύο σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο ένας βλέπει τον άλλο καθώς προχωρά. Είναι και οι δύο σε πολύ έντονα φορτισμένη κατάσταση. Η Τοπράκ κλαίει και κοιτά την κοιλιά της.
ΤΕΛΟΣ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ 65.
Δημοσίευση σχολίου